Εάν παρατηρήσουμε σύγχρονες αντιπαραθέσεις γύρω από τη φεμινιστική πολιτική θα διαπιστώσουμε δύο διαχωριστικές γραμμές. Η μία αφορά την προσπάθεια μερικών φωνών μέσα στο φεμινιστικό κίνημα να επαναφέρουν έναν προσδιορισμό της γυναικείας έμφυλης ταυτότητας με βάση μόνο τη βιολογία, κάτι που σημαίνει ότι οι τρανς γυναίκες δεν δικαιούνται να αποκαλούνται γυναίκες και να έχουν ανάλογη μεταχείριση. Είναι οι τοποθετήσεις που περιγράφονται με το ακρωνύμιο TERF (Trans-Exclusionary Radical Feminists – Ριζοσπαστικές φεμινίστριες τρανς-αποκλεισμού). Η άλλη αφορά το πώς μπορεί να αντιμετωπιστεί η σεξεργασία και τις φωνές που αρνούνται ότι πρόκειται για εργασία στην οποία αναλογούν δικαιώματα και συνήθως καταλήγουν σε αιτήματα ποινικοποίησης. Εάν η άρνηση ότι υπάρχουν τρανς γυναίκες αποτυπώνει παραδοσιακά στερεότυπα και αδυναμία αναγνώρισης ότι οι έμφυλες ταυτότητες είναι σύνθετες και (ανα)παράγονται κοινωνικά, στο θέμα της σεξεργασίας βλέπουμε να συνδυάζονται η ηθική καταδίκη της πορνείας και η αντιμετώπιση των σεξεργατριών ως θυμάτων που πρέπει να σωθούν.
Ωστόσο, έχουν υπάρξει κινήματα διεθνώς που έχουν διεκδικήσει δικαιώματα για τις σεξεργάτριες. Στο πλαίσιό τους έχουν υπάρξει επεξεργασίες από σεξεργάτριες που συμμετέχουν σε αυτά. Ενα τέτοιο βιβλίο είναι το «Εξεγερμένες πόρνες. Ο αγώνας για τα δικαιώματα των σεξεργατριών», των Molly Smith και Juno Mac που κυκλοφόρησε πολύ πρόσφατα από τις εκδόσεις Εκτός Γραμμής, σε μετάφραση της Αθηνάς Μιχαλακέα. Οι δύο συγγραφείς ξεκαθαρίζουν εξαρχής ότι αυτό που τους απασχολεί είναι «η ασφάλεια και η επιβίωση των ανθρώπων που πουλάνε σεξ», όχι η απόλαυση της σεξεργασίας ούτε το εάν αποτελεί «ενδυνάμωση» και δεν υποστηρίζουν ότι οι πελάτες έχουν κάποιο «δικαίωμα». Αντίστοιχα, υπογραμμίζουν ότι μιλούν για την εργασία, «στο πλαίσιο ενός αχόρταγου παγκόσμιου καπιταλισμού και μιας επερχόμενης περιβαλλοντικής καταστροφής». Υπογραμμίζουν, όμως, ότι οι σεξεργάτριες έχουν τη δική τους μακρά ιστορία – αλλά και παρόν – αγώνων, στο πλευρό του ευρύτερου φεμινιστικού κινήματος.
Φεμινισμός και σεξεργάτριες
Ήδη από τον 19ο αιώνα μια μεσοαστική εκδοχή φεμινισμού επιδόθηκε σε μια «βιομηχανία διάσωσης» των σεξεργατριών, ενώ στις δεκαετίες του 1980 και του 1990 μια μερίδα φεμινιστριών έκανε συστηματική εκστρατεία κατά της πορνογραφίας και της πορνείας. Ομως, όπως επισημαίνουν οι δύο συγγραφείς, «τόσο οι φεμινίστριες υπέρ του σεξ όσο και οι φεμινίστριες κατά της πορνείας, αντί να δώσουν έμφαση στην εργασιακή διάσταση της σεξεργασίας, ασχολήθηκαν με το σεξ ως σύμβολο». Δηλαδή, εγκλωβίστηκαν σε μια συζήτηση για το τι είναι «καλό» και «κακό» σε σχέση με το σεξ και όχι στο τι θα βελτίωνε τις υλικές συνθήκες των σεξεργατριών. Γι’ αυτό αντί για τις αντιπαραθέσεις γύρω από εάν υπάρχουν «χαρούμενες πόρνες», η μετατόπιση προς το ερώτημα της εργασίας επιτρέπει μια προσέγγιση που αφορά υλικούς κοινωνικούς όρους ύπαρξης και όχι ηθικές αποτιμήσεις. Ωστόσο, ένα νέο κύμα αντιρρήσεων απέναντι στην ίδια την έννοια της σεξεργασίας επικέντρωσε στο ότι μια τέτοια προσέγγιση «υπερασπιζόταν τους νταβατζήδες» και τους πελάτες, άρα νομιμοποιεί πρακτικές συστηματικής κακοποίησης. Αυτό, όμως, σημαίνει ότι στο όνομα της καταπολέμησης της κακοποίησης υπάρχει ο κίνδυνος να αγνοηθούν τα δικαιώματα και οι ανάγκες των ίδιων των γυναικών, εν προκειμένω των σεξεργατριών. Αυτό ανοίγει τον δρόμο για έναν φυλακιστικό φεμινισμό, που θεωρεί ότι ο βασικός σύμμαχος του φεμινισμού δεν είναι τα κινήματα που διεκδικούν τον κοινωνικό μετασχηματισμό, αλλά η αστυνομική εξουσία και καταστολή.
Η ιστορία της σύνδεσης της σεξεργασίας αλλά και του σεξ γενικότερα με την ηθική κατάπτωση και τους κινδύνους για τη δημόσια υγεία είναι μακρά. Τα πράγματα γίνονται χειρότερα όταν «στερεότυπα για το σώμα της σεξεργάτριας ως φορέα σεξουαλικά μεταδιδόμενης καταστροφής επανέρχονται ακόμα και σε φαινομενικά προοδευτικούς χώρους», ουσιαστικά μια αναπαραγωγή των «προ του 20ού αιώνα απεικονίσεων της πόρνης ως παρεκκλίνουσας και παρακμιακής, παγιδευμένης σε μια ανεξέλεγκτη θηλυκότητα, εθισμένης στην πολυτέλεια και το σεξ», που τελικά καταλήγει να θεωρεί τις σεξεργάτριες ανίκανες να έχουν πολιτική τοποθέτηση και διεκδίκηση.
Ταυτόχρονα εγκληματίες και θύματα
Οι δύο συγγραφείς αντιμετωπίζουν προσεκτικά την έννοια της εργασίας, ξεκαθαρίζοντας ότι αυτό δεν σημαίνει απαραίτητα ότι «η εργασία είναι κάτι καλό». Από την άλλη, δεν μπορεί να θεωρηθεί εξ ορισμού καταδικαστέα η επιλογή της σεξεργασίας επειδή κάποιες γυναίκες έχουν ανάγκη να βγάλουν χρήματα, ιδίως όταν η οικονομική ανάγκη εξηγεί καλύτερα το κοινωνικό πλαίσιο από την ηθική καταδίκη. Την ίδια στιγμή, ο τρόπος που η σεξεργασία συνδέεται σε αρκετές αφηγήσεις με το τράφικινγκ καταλήγει τελικά σε μια εκ νέου ποινικοποίηση των σεξεργατριών, ιδίως όσων είναι μη λευκές. Ως αποτέλεσμα, «στα σύνορα σε όλον τον κόσμο, τα άτομα που εργάζονται στο σεξ αντιμετωπίζονται ταυτόχρονα ως εγκληματίες και ως θύματα». Όλα αυτά οδηγούν και στον τρόπο που οπουδήποτε δοκιμάζονται πρακτικές ποινικοποίησης της σεξεργασίας, είτε άμεσα είτε έμμεσα, είτε συνολικά είτε εν μέρει, οι πραγματικοί κίνδυνοι για τις ίδιες τις σεξεργάτριες αυξάνονται, καθώς τις υποχρεώνει να κάνουν εκπτώσεις στις πρακτικές ασφάλειας για να αποφύγουν τη σύλληψη, την ώρα κατά την οποία η πολιτική που υποτίθεται ότι σκοπό έχει να τις αντιμετωπίσει ως θύματα καταλήγει να τις αντιμετωπίζει ως θύτριες και εγκληματίες. Ακόμη και ένα μοντέλο όπως το σκανδιναβικό που υποτίθεται ότι αποφεύγει την ποινικοποίηση των ίδιων των σεξεργατριών, στην πράξη καταλήγει να εισάγει άλλες μορφές ποινικοποίησης αλλά και απελάσεις. Και όλα αυτά γιατί παραβλέπει πως όταν μιλάμε για μια εργασία που ασκείται από άτομα κατά κανόνα περιθωριοποιημένα, «αν απλώς το καταργήσεις, αυτό δεν βοηθάει το άτομο που το ασκεί στην προσπάθειά του να επιβιώσει».
Γι’ αυτό επιμένουν ότι «η αποποινικοποίηση της σεξεργασίας δεν θα λύσει όλες τις αδικίες του κόσμου: Είναι υπερβολικά μεγάλο το πρόβλημα για να αντιμετωπιστεί με μια νομοθετική αλλαγή και μόνο. Θα καταστήσει όμως τους ανθρώπους που πουλάνε σεξ, τώρα και αύριο, πιο ασφαλείς ενόσω κάνουν αυτό που χρειάζεται για να επιβιώσουν».








