Με φόντο ένα νησιωτικό τοπίο όπου η διαφθορά κάνει – στην κυριολεξία – πάρτι, «Το μυστικό του δάσους», πρώτη μεγάλου μήκους ταινία των Μάκη Τσούφη και Στέλιου Ορφανίδη (σκηνοθέτες και σεναριογράφοι της), αφηγείται την ιστορία ενός πρώην αστυνομικού (Κώστας Καραθωμάς) που επιστρέφει στη δράση όταν μια υπόθεση εξαφάνισης φέρνει στην επιφάνεια τις πιο επώδυνες μνήμες του. Οσο η έρευνα προχωρεί, τόσο τα όρια ανάμεσα στη δικαιοσύνη και την εκδίκηση θολώνουν και με την αφήγησή τους οι δύο κινηματογραφιστές προσφέρουν ένα άκρως ικανοποιητικό θέαμα που έχει ως προτεραιότητα την ψυχαγωγία αλλά συγχρόνως ακουμπά κοινωνικά ζητήματα και ανείπωτα εγκλήματα που συμβαίνουν γύρω μας. Η ταινία στην οποία εκτός άλλων πρωταγωνιστούν οι Ιωάννα Πηλιχού, Αργύρης Γκαγκάνης, Χρήστος Κάλοου, Χάρης Εμμανουήλ, Αλέξανδρος Ρήγας και Μπέσσυ Μάλφα, προβάλλεται από χθες στις αίθουσες σε διανομή TFG.
Τι έρευνα κάνατε για τη συγγραφή του σεναρίου του «Μυστικού του δάσους»;
Η έρευνά μας κινήθηκε σε δύο βασικούς άξονες. Ο πρώτος ήταν ο κοινωνικός και πραγματολογικός άξονας, δηλαδή η μελέτη γύρω από ζητήματα εμπορίας ανθρώπων, μηχανισμών εξουσίας, διαφθοράς, φόβου και σιωπής μέσα σε κλειστές κοινωνίες. Μας ενδιέφερε να κατανοήσουμε όχι μόνο το έγκλημα ως γεγονός, αλλά και το περιβάλλον που το επιτρέπει ή το συγκαλύπτει. Ο δεύτερος άξονας ήταν ο ανθρώπινος και δραματουργικός: πώς ένας άνθρωπος που έχει τραυματιστεί βαθιά από το παρελθόν του επιστρέφει, τι είναι αυτό που τον κινητοποιεί, πώς λειτουργούν η ενοχή, η απώλεια και η ανάγκη για λύτρωση. Για εμάς, η έρευνα δεν ήταν μόνο πληροφορία· ήταν και συναισθηματική χαρτογράφηση των χαρακτήρων.
Κατά πόσο το στοιχείο της εμπορίας παιδιών που κινεί τη μηχανή του «Μυστικού του δάσους» στηρίζεται σε αληθινά γεγονότα;
Δεν βασίζεται σε μια συγκεκριμένη αληθινή υπόθεση, ούτε θελήσαμε να αναπαραστήσουμε ένα συγκεκριμένο περιστατικό. Ομως στηρίζεται απολύτως σε μια υπαρκτή, σκληρή και διαχρονική πραγματικότητα. Το στοιχείο αυτό μπήκε στην ταινία όχι για να σοκάρει επιφανειακά, αλλά γιατί θέλαμε να αγγίξουμε κάτι που υπάρχει και μας αφορά, ακόμη κι αν συχνά παραμένει αόρατο.
Πρακτικά μιλώντας, πώς γράψατε το σενάριο; Γράφατε και οι δύο;
Η διαδικασία της γραφής ήταν πολύ οργανική και ζωντανή. Γράφαμε και οι δύο, αλλά πριν από τη γραφή υπήρξε πολύς χρόνος συζήτησης, ανταλλαγής ιδεών, δοκιμών, αμφισβήτησης και επαναπροσδιορισμού. Υπήρχαν στιγμές που ο ένας από τους δύο έφερνε έναν βασικό άξονα ή μια σκηνή και ο άλλος την προχωρούσε, την ανέτρεπε ή την εμπλούτιζε. Αλλοτε λειτουργούσαμε πολύ προφορικά, συζητώντας τις σκηνές μέχρι να «ακουστούν» σωστές, κι άλλοτε περνούσαμε απευθείας στο χαρτί. Ηταν μια διαδικασία συνεχούς διαλόγου, όπου το σημαντικό δεν ήταν ποιος έγραψε τι, αλλά να διαμορφωθεί μια κοινή, ενιαία φωνή για την ταινία.
Και στη σκηνοθεσία πώς μοιράσατε τη δουλειά;
Και στη σκηνοθεσία λειτουργήσαμε με κοινό όραμα και μεγάλη εμπιστοσύνη ο ένας στον άλλον. Δεν μας ενδιέφερε να χωριστούμε μηχανικά, σαν να υπάρχουν δύο ξεχωριστές ταινίες μέσα σε μία. Υπήρχε διαρκής επικοινωνία σε όλα τα επίπεδα: στην ερμηνεία, στο κάδρο, στον ρυθμό, στην ατμόσφαιρα. Φυσικά, μέσα στην πράξη ο καθένας αναλάμβανε περισσότερο κάποια επιμέρους κομμάτια ανάλογα με τη στιγμή, τις ανάγκες της παραγωγής και τη δική του ματιά, αλλά πάντα μέσα σε ένα κοινό σκηνοθετικό σώμα. Η συν-σκηνοθεσία για εμάς δεν ήταν μοιρασιά εξουσίας, αλλά κοινή ευθύνη απέναντι στην ταινία.

Ο Στέλιος Ορφανίδης (δεξιά) και ο χειριστής κάμερας Γιάννης Καραλιάς σε στιγμιότυπο των γυρισμάτων του «Μυστικού του δάσους»
Το καθαρόαιμο αστυνομικό θρίλερ δεν είναι ένα είδος που συναντάμε συχνά στον ελληνικό κινηματογράφο, παρότι στην ελληνική τηλεόραση αυτό δεν συνέβαινε ποτέ. Πού το αποδίδετε;
Από τη μια, το αστυνομικό θρίλερ είναι ένα απαιτητικό είδος σε επίπεδο δομής, ρυθμού, παραγωγής και ατμόσφαιρας, άρα χρειάζεται μεγάλη ακρίβεια και συχνά μεγαλύτερη υποστήριξη από αυτή που είναι εύκολο να εξασφαλιστεί στον ελληνικό κινηματογράφο. Από την άλλη, για πολλά χρόνια ο ελληνικός κινηματογράφος στράφηκε πιο έντονα είτε προς το κοινωνικό δράμα είτε προς πιο auteur φόρμες αφήγησης. Αυτό δεν είναι κακό, αλλά είχε ως αποτέλεσμα κάποια είδη, όπως το αστυνομικό θρίλερ, να μη βρουν συχνά χώρο. Παρ’ όλα αυτά, πιστεύουμε ότι υπάρχει κοινό και υπάρχει και δημιουργική ανάγκη για τέτοιες ιστορίες.
Πιστεύετε ότι ακριβώς λόγω της νέας ελληνικής τηλεόρασης αυτή η συνθήκη σιγά σιγά αλλάζει;
Ναι, πιστεύουμε ότι αλλάζει. Η νέα ελληνική τηλεόραση έχει δείξει μεγαλύτερη τόλμη σε αφηγηματικά είδη, σε πιο σκοτεινούς τόνους, σε πιο σύνθετους χαρακτήρες και σε πιο κινηματογραφική γραφή. Αυτό αναπόφευκτα επηρεάζει και το κοινό και τους δημιουργούς. Το κοινό εξοικειώνεται περισσότερο με τέτοιου είδους αφηγήσεις και ζητεί πια πράγματα που παλαιότερα θεωρούνταν πιο «δύσκολα» ή λιγότερο εμπορικά. Ταυτόχρονα, πολλοί δημιουργοί αποκτούν μέσα από την τηλεόραση εμπειρία στον ρυθμό, στη διαχείριση αγωνίας, στη δραματουργική εξέλιξη και στη σκηνοθεσία είδους.
Στη σεζόν που σιγά σιγά κλείνει, ο ελληνικός κινηματογράφος φάνηκε να έχει μεγάλη δυναμική, και μάλιστα στην αίθουσα, κάτι που δεν συνέβαινε στο παρελθόν. Πού το αποδίδετε;
Από τη μια, υπάρχει μια νέα ενέργεια από δημιουργούς που θέλουν να δοκιμάσουν πράγματα, να ανοίξουν θεματικά και αφηγηματικά το πεδίο. Από την άλλη, το κοινό φαίνεται να έχει μεγαλύτερη διάθεση να συναντήσει ξανά το ελληνικό έργο στην αίθουσα, όταν νιώθει ότι του προσφέρεται κάτι με ταυτότητα, αλήθεια και κινηματογραφική πρόταση. Πιστεύουμε επίσης ότι τα τελευταία χρόνια υπάρχει μια πιο ώριμη σχέση ανάμεσα στον θεατή και στην ελληνική παραγωγή. Οταν το κοινό νιώθει ότι δεν του προσφέρεται κάτι πρόχειρο ή δεδομένο, ανταποκρίνεται.






