Είχα δει κάπου στα τέλη της δεκαετίας του 1980 μια βουλγαρική ταινία, δεν θυμάμαι τον σκηνοθέτη και ο τίτλος νομίζω ήταν «Αφαίρεση» (Abstraction – абстракция). Εκεί κάποιοι χωρικοί βρήκαν ένα πεταμένο σ’ ένα χωράφι λεξικό. Το πήραν και άρχισαν να το διαβάζουν. Διάβασαν τις λέξεις άλογο, άροτρο, αλέτρι κ.λπ. Σε καθεμία όλοι ικανοποιημένοι δήλωναν, με τη χωρική τους προφορά, «Εϊμ, αυτό το ξέργιουμε, πάνε παρακάτω». Μέχρι που έπεσαν πάνω στη λέξη «αφαίρεση» (τη φιλοσοφική έννοιά της). Εδώ όλοι άρχισαν να κοιτούν ο ένας τον άλλο και να αναρωτιούνται: «Τι ‘ν’ τούτο πάλι;».
Ετσι και στην πολιτική, λίγο – πολύ, όλοι γνωρίζουμε τι σημαίνει μεταπολιτική. Είναι η πολιτική χωρίς πολιτικούς και χωρίς πολιτικές αφηγήσεις. Η μεταπολιτική ισχυρίζεται πως η σύγχρονη πραγματικότητα είναι τόσο σύνθετη που με αυτήν μπορεί ν’ ασχολείται μόνο όποιος είναι ειδικός – τεχνοκράτης, επιτυχημένος επιχειρηματίας – πλούσιος ή έστω αναγνωρίσιμος και χαρισματικός. Αυτό βεβαίως δεν σημαίνει πως η μεταπολιτική δεν είναι πολιτική. Το αντίθετο. Μόνο που είναι πολιτική που ενδιαφέρεται μόνο για την ολιγαρχία του χρήματος. Επίσης γνωρίζουμε τι είναι η μεταδημοκρατία. Είναι η απισχνημένη από τον ρόλο της κοινωνικής προστασίας δημοκρατία. Η δημοκρατία με πολιτικές ελευθερίες και πλουραλισμό – ακόμη – αλλά χωρίς κανένα ενδιαφέρον για το κοινωνικό κράτος και τον ρόλο του.
Τι όμως είναι το μετακόμμα; Και εδώ θα σταθούμε απορημένοι σαν αυτούς τους χωρικούς στη βουλγαρική ταινία. Και επειδή είναι πιο δύσκολο να προσεγγίσουμε τι είναι ένα μετακόμμα, ας δούμε πώς αυτό οργανώνει και διεξάγει τα Συνέδριά του. Σ’ αυτό προσυνεδριακά για την εκλογή συνέδρων μπορούν να ψηφίζουν οι φίλοι και οι συγγενείς των υποψηφίων, χωρίς καμία προηγούμενη σύνδεση και χωρίς καμία μεταγενέστερη υποχρέωση προς το κόμμα. Στο Συνέδριο ή δεν υπάρχει καμία κεντρική εισήγηση που να έχει συζητηθεί από πριν στις οργανώσεις του ή στην καλύτερη περίπτωση κατατίθεται μια εισήγηση, την τελευταία ημέρα, έτσι για να υπάρχει. Σ’ αυτά οι νεολαίοι δεν ρωτούν τον ηγέτη τους για το τι θα κάνει για να μην εξαρτάται η πολιτική από το πολιτικό χρήμα, για να γίνει η ενασχόληση με αυτή προσιτή και σ’ όσους νέους δεν έχουν χρήματα ή πρόσβαση σε όσους τα έχουν, αλλά πόσους καφέδες πίνει και τι παπούτσια προτιμά. Κυρίως όμως είναι τα κόμματα τα οποία φοβούνται να θέτουν στην κρίση των συνέδρων εισηγήσεις διαφορετικές από αυτές του ηγέτη. Και όταν ακόμη και δειλές προτάσεις, που δεν έχουν και μεγάλη σχέση με τα επίδικα μιας σοβαρής εναλλακτικής αφήγησης, τεθούν, γίνονται τα πάντα για να μην ψηφιστούν στην Ολομέλεια του Σώματος. Και πανηγυρίζουν μετά γι’ αυτό. Τέλος, μετακόμματα είναι αυτά που, ελλείψει δικής τους κεντρικής εναλλακτικής αφήγησης, επιδιώκουν να πείσουν ότι θα έκαναν καλύτερη διαχείριση από τους αντιπάλους τους. Αφήνουν όμως τότε ξεκρέμαστους τους «χωρικούς» να ρωτούν: «Μα τότενες γιατί δεν συνεργάζ’στε με δαύτους;».
Ο Παύλος Τσίμας στα «ΝΕΑ» της Δευτέρας (30 Μαρτίου) μας θύμισε πως το 1981 ο Ενρίκο Μπερλινγκουέρ δήλωνε: «Τα κόμματα δεν είναι πια οργανωτές του λαού, είναι μάλλον συνομοσπονδίες ρευμάτων, κλικών, καθεμία με έναν boss κι έναν sottobos». Τώρα με τα μετακόμματα είναι πολύ χειρότερα.
Ο Γιώργος Σιακαντάρης είναι διδάκτωρ Κοινωνιολογίας






