Δε με εκπλήσσει η έκταση της υπόθεσης με τις παράνομες επιδοτήσεις του ΟΠΕΚΕΠΕ, που αποκαλύπτεται από την έρευνα της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας, πολλά στοιχεία της οποίας προέρχονται από νόμιμες υποκλοπές τηλεφωνικών συνομιλιών τις οποίες πιθανότατα δεν γνώριζε ούτε καν το Μέγαρο Μαξίμου. Ούτε με εκπλήσσει ότι φέρονται μπλεγμένοι έντεκα (κυβερνητικοί, απ’ όσο μαθαίνω) βουλευτές και μαζί τους ένας πρώην υπουργός και ένας πρώην υφυπουργός Αγροτικής Ανάπτυξης.
Προφανώς, είναι αναγκαία η δικαστική διερεύνηση και αυτής της υπόθεσης. Το θέμα, ωστόσο, μας επιτρέπει να σκεφτούμε ορισμένα πράγματα για ένα σκάνδαλο με πολύ μεγάλο εύρος, που παραπέμπει σε δεδομένες πρακτικές του πολιτικού συστήματος από το παρελθόν. Δεν είναι δηλαδή πρωτοφανές ότι πολλοί Ελληνες, κι ανάμεσά τους και πολλοί πολιτικοί, αντιμετώπιζαν και συνεχίζουν να αντιμετωπίζουν την Ευρωπαϊκή Ενωση σαν ιερή αγελάδα για άρμεγμα.
Προφανώς, η ευθύνη των πολιτικών είναι μεγαλύτερη από την ευθύνη των εμπλεκόμενων πολιτών, για πολλούς λόγους· προσωπικά έναν θεωρώ σημαντικότερο: εκπρόσωποι μιας πελατειακής αντίληψης για την πολιτική, οι άνθρωποι αυτοί θεωρούσαν, και όπως αποδεικνύεται συνεχίζουν να θεωρούν, την πολιτική ως υπόθεση δοσοληψιών με πολίτες-ψηφοφόρους. Μου δίνεις την ψήφο σου για να σου δώσω κάποιο αντάλλαγμα. Παλιότερα, το αντάλλαγμα αυτό ήταν η πρόσβαση στο κράτος και ιδίως στο Δημόσιο, που σήμαινε εξασφάλιση της ζωής σου. Από τη στιγμή που έχει ρυθμιστεί και, ουσιαστικά, για τους πολλούς, έχει αποκλειστεί η πρόσβαση στο Δημόσιο, το αντάλλαγμα είναι άλλου τύπου – και τις τελευταίες δεκαετίες, η πρόσβαση στους πόρους της ΕΕ.
Ως φαίνεται, όπως μάλιστα μάθαμε και το προηγούμενο διάστημα, οι μεθοδεύσεις μέσω ΟΠΕΚΕΠΕ ήταν ένας πολύ διαδεδομένος τρόπος για να βρει κανείς πρόσβαση σε ευρωπαϊκές χρηματοδοτήσεις που δεν δικαιούνταν. Δεν ξέρουμε βέβαια ακόμα το εύρος της συμμετοχής πολιτικών προσώπων σε αυτού του τύπου τις συναλλαγές. Αν ήταν του τύπου «βόηθα το παλικάρι» ή αν ήταν κάτι σοβαρότερο. Σε κάθε περίπτωση, μιλάμε για διευκολύνσεις παραβατών του νόμου από πελατειακά δίκτυα βουλευτών και υπουργών μιας κυβέρνησης που ευαγγελίζεται τη μεταρρύθμιση και τη συντριβή των παθογενειών.
Η αποκάλυψη των διευκολύνσεων αυτών δημιουργεί ουσιαστικό πρόβλημα στην κυβέρνηση του Κυριάκου Μητσοτάκη – και άμεσα. Στην πρώτη φάση του σκανδάλου είχαν εκδιωχθεί τέσσερα κυβερνητικά στελέχη, o Μάκης Βορίδης (υπουργός Μετανάστευσης) και οι υφυπουργοί Τάσος Χατζηβασιλείου, Διονύσης Σταμενίτης και Χρήστος Μπουκώρος. Η στάση εκείνη δημιούργησε στάτους. Υπάρχει τρόπος σήμερα να καλύψεις τέτοιους πολιτικούς χωρίς να εκτεθείς; Και πώς μπορείς να συνυπάρχεις κοινοβουλευτικά με πρόσωπα τις πρακτικές των οποίων απορρίπτεις;
Με άλλα λόγια, η κυβέρνηση, που υποσχέθηκε να μεταρρυθμίσει τη χώρα, φέρεται να έχει ανεχθεί την πίεση εκτεταμένων πελατειακών δικτύων της ΝΔ, του κόμματος απ’ όπου αντλεί νομιμοποίηση. Οι τριγμοί από αυτή την κατάσταση μπορεί να αποβούν υπαρξιακοί – αφού για πρώτη φορά κλυδωνίζεται η κυβερνητική πλειοψηφία. Για πρώτη φορά, όμως, αποκτά υπόσταση και η ηθικολογική κρίση της αντιπολίτευσης. Νομίζω ότι η κατάσταση κυοφορεί σύντομα πολιτικές εξελίξεις.
Η εξέλιξη της υπόθεσης ΟΠΕΚΕΠΕ αφήνει μια πικρή επίγευση ιδίως σε όσους οραματίστηκαν και εργάζονται για μια ευρωπαϊκή Ελλάδα. Επειδή, για ακόμα μια φορά, γινόμαστε όμηροι του εαυτού μας. Η δομική, η αρρωστημένη μας εσωστρέφεια, επανέρχεται με καταπληκτική κανονικότητα – απειλώντας να ορίσει την επόμενη μέρα. Και προοιωνίζεται μια ακόμα πολιτική περιπέτεια που απειλεί να ρίξει ξανά την Ελλάδα στον ωκεανό της αβεβαιότητας.
Το τέλος της λύπης
Οσα συνέβησαν χθες, με την επανάληψη της δίκης των Τεμπών, ήταν αναμενόμενα. Είναι σημαντικό ότι αυτή τη φορά υπήρχε καλύτερη προετοιμασία των Αρχών. Εξίσου σημαντικό, ότι η οχλοκρατία, που ορισμένοι παράγοντες της δίκης προσπαθούν να επιβάλουν, επισημάνθηκε ως ακριβώς αυτό που ήταν: ως μια προσπάθεια πρωτίστως να προσβληθεί το δικαστήριο, να υπονομευθεί το κύρος του, προκειμένου η διαδικασία να σέρνεται και να διαβάλλεται.
Εργάτες της οχλοκρατίας είναι, πρωτίστως, τα πρόσωπα που εργαλειοποίησαν τον πόνο της απώλειας συνδέοντας το δυστύχημα των Τεμπών με τον αντισυστημισμό και την κυριαρχία των συναισθημάτων. Είναι πιο ορατή σε πολλούς, σήμερα, η πολιτική στόχευσή τους: η δημιουργία ενός κινήματος ανάλογου των Αγανακτισμένων της περασμένης δεκαετίας. Οι συγκεντρώσεις με σύνθημα το «Οξυγόνο», ο θόρυβος με τα ξυλόλια και τα «μπαζώματα», ο αντισυστημικός οίστρος που κυριάρχησε, η μιντιακή υστερία και η προσπάθεια αφύπνισης του αντισυστήματος παίζει το τελευταίο του χαρτί στη Λάρισα.
Κεντρική παράγων αυτού του κλίματος είναι η Μαρία Καρυστιανού η οποία, μετά τις χθεσινές πρωινές φασαρίες στο δικαστήριο, ανακοίνωσε το βράδυ ότι ιδρύει κόμμα και θέλει την ψήφο μας. Επειδή έχει ανταγωνιστές και ανταγωνίστριες, βιάζεται να πάρει πάνω της την ηγεσία αυτού του θορυβώδους αντισυστήματος. Μόνο που, πλέον, δεν μπορεί να κρύβεται πίσω από τη λύπη της.






