Η ανακοίνωση της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας της 1ης Απριλίου για την υπόθεση των ευρωπαϊκών αγροτικών κονδυλίων αναζωπυρώνει τη συζήτηση για το αν μπορούν να διωχθούν υπουργοί χωρίς τη μεσολάβηση της Βουλής. Το άρθρο 86 Συντ. εγκαθιδρύει έναν ιδιαίτερο «διάδρομο» για την ποινική ευθύνη μελών της κυβέρνησης.
Εφόσον ένα αδίκημα κριθεί ότι τελέστηκε «κατά την άσκηση» των υπουργικών καθηκόντων, η κίνηση της ποινικής δίωξης εναπόκειται στη Βουλή, άρα εξαρτάται από τη βούληση της εκάστοτε κυβερνητικής πλειοψηφίας.
Αντίθετα, εάν κριθεί ότι δεν τελέστηκε «κατά την άσκηση» των υπουργικών καθηκόντων, η δίωξη μπορεί να κινηθεί από τους «κοινούς» εισαγγελείς, χωρίς παρεμβολή της Βουλής. Οι ρυθμίσεις αυτές δεσμεύουν, κατ’ αρχάς, και την Ευρωπαϊκή Εισαγγελία. Το άρθρο 29 του Κανονισμού 2017/1939 προβλέπει ότι όταν οι έρευνές της προσκρούουν σε εθνικά προνόμια ή ασυλίες, ζητείται η άρση τους μέσω των εθνικών διαδικασιών. Δεν προκύπτει, συνεπώς, σύγκρουση μεταξύ εθνικού και ενωσιακού κανόνα, αλλά κανονιστική συναρμογή τους.
Αποκλίνουσες διατάξεις για την ποινική δίωξη υπουργών απαντούν ήδη στην ελληνική συνταγματική παράδοση από τον 19ο αιώνα και με παραλλαγές συναντώνται και σε άλλα ευρωπαϊκά Συντάγματα.
Σε παλαιότερες πολιτειακές φάσεις, όταν οι ιδεολογικές συγκρούσεις άγγιζαν οριζόντια τον κρατικό μηχανισμό (συμπεριλαμβανομένου του δικαστικού κλάδου), ο θεσμός της υπουργικής ποινικής ευθύνης λειτουργούσε ως άμυνα απέναντι στην πολιτική εργαλειοποίηση του ποινικού δικαίου. Με την εδραίωση του κράτους δικαίου, όμως, αυτό το ιστορικό κίνητρο έχει αποδυναμωθεί.
Σήμερα, ο δικαιολογητικός λόγος της ρύθμισης (ratio) συνίσταται περισσότερο στην αποτροπή ενός chilling effect στη λήψη κυβερνητικών αποφάσεων, δηλαδή στο να μην καθίσταται ο υπουργός δέσμιος του κινδύνου ποινικών διώξεων που θα παρήγαν πολιτική αδράνεια και ευθυνοφοβία. Η ratio εχει περισσότερο «πραγματοπαγή» χαρακτήρα: να μπορέσει να ληφθεί κρίσιμη πολιτική απόφαση.
Μια ερμηνεία προσήκουσα σε αυτή τη ratio, η οποία λαμβάνει υπόψη ότι οι ιστορικές προϋποθέσεις της ευρείας εμβέλειας του θεσμού δεν συντρέχουν πλέον στον ίδιο βαθμό και είναι φιλική προς το ενωσιακό δίκαιο, συνεπάγεται ερμηνευτική στένωση της φράσης «κατά την άσκηση των καθηκόντων».
Στο πεδίο του άρθρου 86 πρέπει να υπάγονται μόνο τα αδικήματα που πραγματώνονται διά της ίδιας της άσκησης υπουργικής αρμοδιότητας (ενέργειες που παράγουν κατά νόμον έννομα αποτελέσματα, επειδή συνιστούν εκδήλωση δημόσιας εξουσίας). Αντίθετα, πράξεις που τελούνται λόγω του εν γένει κύρους της ιδιότητας ή της επιρροής… αυτής – «επειδή είναι υπουργός» – (π.χ. άτυπες παρεμβάσεις ή «διευκολύνσεις») δεν εμπίπτουν στην «άσκηση καθηκόντων» με τη συνταγματική έννοια, ιδίως όταν το αξιόποινο δεν εδράζεται σε συγκεκριμένη υπηρεσιακή πράξη.
Ετσι, αν το αποδιδόμενο αδίκημα αφορά την έκδοση υπουργικής απόφασης, απαιτείται απόφαση της Βουλής. Αν όμως οι αποδιδόμενες πράξεις δεν εδράζονται σε αρμοδιότητα ανατεθειμένη από τον νόμο, αλλά σε εξωυπηρεσιακές παρεμβάσεις που αξιοποιούν εξωνομικώς την υπουργική ιδιότητα, το άρθρο 86 δεν κωλύει την απευθείας άσκηση δίωξης, χωρίς παρεμβολή της Βουλής.
Τέλος, για τους βουλευτές που δεν είχαν την υπουργική ιδιότητα το συνταγματικό πλαίσιο είναι διαφορετικό. Εφαρμοστέο είναι το άρθρο 62 Συντ., κατά το οποίο η Βουλή οφείλει να χορηγεί άδεια δίωξης όταν η αποδιδόμενη πράξη δεν συνδέεται στενά με τα καθήκοντα ή την πολιτική δράση του βουλευτή.
Ο δρ Αναστάσιος Παυλόπουλος είναι δικηγόρος – συνταγματολόγος






