Πού δραστηριοποιείστε κυρίως και τι περιλαμβάνει η δουλειά σας αυτή την περίοδο; Τώρα είστε στα Εξάρχεια, αλλά η βάση σας ποια είναι;
Κυρίως το Παρίσι. Οι περισσότερες δουλειές μου βρίσκονται στην Κεντρική Ευρώπη, σε χώρες όπως η Γερμανία, η Ολλανδία, το Ηνωμένο Βασίλειο και η Αυστρία, αν και ταξιδεύω και σε άλλες ηπείρους για έργα. Αυτή τη στιγμή έχω αρκετές διαφορετικές παραγωγές σε εξέλιξη, όλες με διαφορετικές αφετηρίες και συνεργασίες.
Είναι απαιτητικό να δημιουργείτε συνεχώς νέα έργα;
Είναι πολύ απαιτητικό, γιατί δημιουργώ κάθε χρόνο τέσσερις με πέντε νέες δουλειές. Η μεγαλύτερη δυσκολία δεν είναι τόσο η υλοποίηση, όσο το να βρίσκω κάθε φορά την πηγή έμπνευσης και το θέμα του έργου. Από τη στιγμή που αυτό ξεκαθαρίσει, η διαδικασία γίνεται πιο φυσική, παρότι η σωματική και πνευματική ένταση παραμένει υψηλή.
Ποια στιγμή αισθανθήκατε ότι βρήκατε το προσωπικό σας στυλ και τον τρόπο έκφρασής σας;
Δεν ήταν μια τεχνική στιγμή, αλλά μια εσωτερική διαδικασία. Ηταν η στιγμή της αυτογνωσίας και της αποδοχής – όταν κατάλαβα και αποδέχτηκα ότι ο τρόπος που εκφράζομαι έχει έναν συγκεκριμένο παλμό και μια ταυτότητα. Οι άλλοι μ’ έκαναν ν’ αμφιβάλλω για μένα. Οταν έπαψα να φοβάμαι την κριτική και να επηρεάζομαι από τάσεις, ένιωσα άνετα να παρουσιάζω αυτό που πραγματικά είμαι. Είναι η στιγμή που ξύπνησα και είπα «Αντώνη, ν’ αγαπήσεις τον εαυτό σου, αυτό είναι το κορμί σου. Ετσι αντιλαμβάνεσαι τον χώρο, τον χρόνο, το συναίσθημα μέσω της κίνησης». Ορίζω τους κανόνες μου και δεν χρειάζομαι καθολική αποδοχή για να προχωρήσω.
Τι άλλαξε από εκείνο το σημείο και μετά;
Από εκείνη τη στιγμή ένιωσα ότι έχω βρει την «υπογραφή» μου. Είχα τον μεγαλύτερο σύμμαχο, τον εαυτό μου. Είμαστε όλοι μοναδικοί. Ξέρω πλέον τι κάνω και δεν χρειάζομαι επιβεβαίωση από άλλους. Αυτό μου δίνει ελευθερία να εξελίσσομαι, να πειραματίζομαι και να εμπλουτίζω τη δουλειά μου, έχοντας πάντα ως βασικό σύμμαχο τον εαυτό μου. Αυτή η σιγουριά φαίνεται και στη σχέση με τους χορευτές και στο πώς το έργο φτάνει τελικά στο κοινό. Τώρα πια με προσλαμβάνουν για να κάνω αυτό που στην αρχή δεν κατανοούσαν. Γιατί εκπαίδευσα τους άλλους να με βλέπουνε.
Είναι μεγάλη νίκη.
Δεν καταλαβαίνεις ότι την κατακτάς. Για μένα η μεγαλύτερη νίκη δεν είναι η αναγνώριση, αλλά ότι παρέμεινα πιστός στην αγάπη μου για τον χορό, άντεξα. Αυτό ήταν το μεγαλύτερο μάθημα – το να μην τα παρατήσω. Θυμάμαι ότι διάβαζα κριτικές, το βράδυ έκλαιγα, αλλά την επομένη ήμουν στο στούντιο και δούλευα. Εζησα πολύ προκλητικές καταστάσεις ως νέος χορογράφος. Κατάφερα να μάθω να κολυμπάω για να βρω την ταυτότητά μου. Δεν εγκατέλειψα τις προσπάθειές μου. Ηξερα ότι κάπου θα ενδιαφέρονταν γι’ αυτό που δημιουργούσα.
Τη μεγαλύτερη αντίσταση γι’ αυτό που δημιουργούσατε στην αρχή την αντιμετωπίσατε στην Ελλάδα ή στο εξωτερικό;
Στην Ελλάδα. Και βέβαια είναι μεγαλύτερη η απορία γιατί υπάρχει το προσωπικό φίλτρο. Στο εξωτερικό υπάρχει περισσότερη αξιοκρατία. Μπορείς να στείλεις τη δουλειά σου – ακόμα και παλιότερα, με απλά μέσα όπως μια βιντεοκασέτα – και να αξιολογηθείς πιο αντικειμενικά. Υπάρχουν περισσότερες ευκαιρίες να ανοίξει ένα «παράθυρο», χωρίς να σημαίνει ότι όλα είναι εύκολα, αλλά σίγουρα το σύστημα λειτουργεί διαφορετικά. Δεν κυνηγούσα την παγκόσμια αναγνωρισιμότητα. Απολαμβάνω αυτό που έχω πετύχει, αλλά ποτέ δεν αγχώθηκα για την καριέρα μου. Ποτέ δεν επέμεινα σε ένα αποκλειστικό πλάνο, δεν ήμουν συζευγμένος με ανθρώπους επιρροής, ούτε υπήρξα ποτέ προστατευόμενος κάποιου. Ο,τι έχω κάνει δημιουργήθηκε από πολύ μεγάλη αγάπη. Ηθελα να είμαι ο εαυτός μου, να υπάρχω και να εκφράζομαι. Ετσι πέτυχα σε αυτή τη δαιδαλώδη βιομηχανία, με την αγάπη μου και την τρέλα μου. Ξεκίνησα αυτό το ταξίδι από την Ιεράπετρα, αγνοώντας την επιτυχία.
Πώς ανακαλύψατε ότι η δύναμη του χορού σάς συνδέει με τον ίδιο σας τον εαυτό;
Δεν ήξερα καν ότι υπάρχει το επάγγελμα του χορογράφου. Ηξερα τον χορό και το μπαλέτο, αλλά η ιδέα ότι μπορώ να δημιουργώ άργησε να έρθει. Ακόμα και όταν βρέθηκα σε σημαντικά περιβάλλοντα, τότε άρχισα να σκέφτομαι σοβαρά ότι ίσως μπορώ να ακολουθήσω αυτόν τον δρόμο. Ξεκίνησα σχετικά αργά, γύρω στα 18, χωρίς ξεκάθαρο πλάνο – μόνο με μια φαντασία και μια ανάγκη να υπάρξω μέσα από αυτό. Πολλοί μιλούσαν για ταλέντο, αλλά εγώ πιστεύω ότι αυτό που με κράτησε ήταν η βαθιά πίστη μου ότι θέλω να εξελιχθώ και να υπάρξω μέσα από τη δουλειά μου. Και για μένα το «υπάρχω» δεν συνδέεται με χρήματα αλλά με το να ξυπνάω καλά.
Μεγαλώνοντας σ’ ένα περιβάλλον που δεν αποδέχεται τη διαφορετικότητα, πότε βρήκατε το θάρρος να ονειρευτείτε μια ζωή στον χορό;
Αυτό που μ’ έκανε να το επιλέξω ήταν μια μορφή περιέργειας. Ο χορός πριν μπει στη ζωή μου ως εκπαίδευση ή επαγγελματική επιλογή ήταν για μένα μια μορφή έκφρασης, «σωσίβιο», μια άμυνα. Ενας τρόπος να ξεφύγω από τη βαρβαρότητα, τη σκληρότητα και τη μοναξιά τού να είσαι διαφορετικός, ερωτικά ή ψυχικά. Ηταν σαν ένα «bubble», ένας προσωπικός χώρος όπου μπορούσα να υπάρξω, να εκφράσω τα συναισθήματά μου και να επικοινωνήσω χωρίς να χρειάζομαι την έγκριση των άλλων. Ηταν η δική μου φαντασίωση και τρόπος να ζήσω την ελευθερία της στιγμής, η διαφυγή μου. Χόρευα στα κλαμπ όχι για να κάνω επίδειξη, αλλά για να δείξω στους άλλους «κι εγώ υπάρχω, είμαι εδώ, θέλω να δείτε τι αισθάνομαι».
Αναζητούσατε την κατανόηση και την αποδοχή.
Ναι, γιατί δεν κατανοούσα τον κόσμο, να βρίσκομαι σε ένα μπαρ, σε μια κλειστή κοινωνία και να είμαι δακτυλοδεικτούμενος. Εκλεινα τα μάτια μου και χόρευα. Μ’ ένοιαζε η επαφή και όχι να είμαι σ’ ένα βάθρο θαυμασμού. Αυτό χτίστηκε και έγινε συνήθεια. Ο χορός έγινε μια μορφή έκφρασης που ούτε εγώ καταλάβαινα πλήρως τι ήταν. Οταν πήρα την απόφαση να πάω σε μια σχολή χορού στην Αθήνα, ήταν για μένα μια στιγμή λύτρωσης. Κατάλαβα ότι αν μείνω στην Ιεράπετρα, το μέλλον θα ήταν ζοφερό. Ενας φίλος μού πρότεινε να συνεχίσω στην Αθήνα, αξιοποιώντας τη βάση που είχα αποκτήσει, και έτσι ξεκίνησε ουσιαστικά η πορεία μου. Η εισαγωγή μου στην Κρατική Σχολή Ορχηστικής Τέχνης ήταν το πιο γλυκό εισιτήριο.






