Η Ελλάδα είναι η ένατη πιο ακριβή χώρα στον κόσμο στην αμόλυβδη (2,046 ευρώ το λίτρο) και η τρίτη ακριβότερη στην ευρωζώνη μετά την Ολλανδία και τη Γερμανία. Είναι επίσης η τέταρτη ακριβότερη στην αμόλυβδη σε όλη την Ευρωπαϊκή Eνωση μετά την Ολλανδία, τη Δανία και τη Γερμανία – χώρες οι οποίες όμως έχουν πολύ υψηλότερο κατά κεφαλήν εισόδημα από τη χώρα μας.
Η Ελλάδα επίσης είναι η δέκατη έβδομη πιο ακριβή χώρα στον κόσμο στο πετρέλαιο κίνησης (ντίζελ με 2,118 ευρώ το λίτρο). Πρόκειται για τιμές οι οποίες προκύπτουν από την επεξεργασία των στοιχείων που πραγματοποίησε για τις 30 Μαρτίου του 2026 η Global Petrol Prices (globalpetrolprices.com), όπως αυτές διαμορφώνονταν έναn μήνα μετά την έναρξη του πολέμου στη Μέση Ανατολή.
Eκτοτε η άνοδος των τιμών του αργού πετρελαίου (Brent) έχει ωθήσει ακόμη υψηλότερα τις τιμές, με τη μέση πανελλήνια τιμή της αμόλυβδης 95 οκτανίων να διαμορφώνεται στις 31 Μαρτίου 2026 στα 2,049 ευρώ το λίτρο και τις τιμές του ντίζελ να έχουν σπάσει κάθε ρεκόρ φτάνοντας τα 2,122 ευρώ το λίτρο. Υψηλότερες ήταν οι τιμές λόγω των αυξήσεων του αργού πετρελαίου και σε άλλες χώρες.
Στο Χονγκ Κονγκ
Oπως προκύπτει από τα στοιχεία που παρουσιάζουν σήμερα «ΤΑ ΝΕΑ» από τον υπολογισμό του κόστους των καυσίμων σε περισσότερες από 150 χώρες από την Global Petrol Prices, οι υψηλότερες τιμές καταγράφονται στο Χονγκ Κονγκ.
Οι τιμές των καυσίμων εκεί είναι από τις υψηλότερες στον κόσμο λόγω συνδυασμού υψηλών κρατικών φόρων, πολύ υψηλών τιμών ακινήτων, περιλαμβανομένων και όσων φιλοξενούν πρατήρια, και πλήρους εξάρτησης από εισαγόμενα διυλισμένα προϊόντα. Oλα τα προϊόντα καυσίμων αυτοκινήτων που πωλούνται στο Χονγκ Κονγκ εισάγονται ως διυλισμένα προϊόντα, όχι ως αργό πετρέλαιο.
Στο Μαλάουι η εποπτική Αρχή ενέργειας έχει αυξήσει πολλές φορές τις τιμές των καυσίμων -τον Ιανουάριο του 2026 οι αυξήσεις έφτασαν το 41,3% στο ντίζελ και 41,9% στην αμόλυβδη – για να μειωθούν οι πιέσεις στα πολύ χαμηλά συναλλαγματικά αποθέματα. Στις υπόλοιπες ακριβές χώρες οι υψηλές τιμές αποδίδονται και στους υψηλότερους συγκριτικά φόρους.
Αντίθετα, οι χώρες με τις χαμηλότερες τιμές έχουν τη δική τους παραγωγή αργού πετρελαίου και οι εταιρείες πουλάνε σε πολύ χαμηλές τιμές τα καύσιμα στους κατοίκους.
Η Νορβηγία
Η Νορβηγία είναι πολύ μεγάλος παραγωγός ενέργειας αλλά οι τιμές των ορυκτών καυσίμων στη χώρα είναι υψηλές λόγω κυβερνητικής πολιτικής. Το Oσλο ουσιαστικά θέλει να προωθεί τη χρήση εναλλακτικών πηγών ενέργειας και ενθαρρύνει τη χρήση ηλεκτρικών οχημάτων, προτιμώντας να εξάγει το πετρέλαιο και το φυσικό αέριο σε άλλες χώρες και να γεμίζει τα ταμεία της.
Μεταξύ άλλων επιβάλλει ειδικό φόρο χρήσης οδικού δικτύου στα καύσιμα και φόρο διοξειδίου του άνθρακα (CO2). Και οι δύο έχουν σχεδιαστεί για να ενθαρρύνουν τη μετάβαση σε ηλεκτρικά οχήματα (EV). Ο φόρος χρήσης οδικού δικτύου είναι περίπου 0,40 ευρώ (4,6 νορβηγικές κορ;oνες) ανά λίτρο, ενώ ο φόρος CO2 ανέρχεται σε επιπλέον 0,1 ευρώ ανά λίτρο.
Οι φόροι
Η Ελλάδα έχει από τους υψηλότερους τέτοιους φόρους σε ολόκληρη την Ευρωπαϊκή Eνωση. Ειδικότερα, από τον Ιούνιο του 2016 ο ΦΠΑ ανέρχεται στο 24%. Από το 2017 ο συντελεστής Ειδικού Φόρου Κατανάλωσης (ΕΦΚ) σε βενζίνες και πετρέλαια διαμορφώνεται σε 700 και 410 ευρώ ανά 1.000 λίτρα αντίστοιχα.
Για παράδειγμα, με βάση τα πιο πρόσφατα σχετικά στοιχεία από το Παρατηρητήριο Τιμών, η τιμή διυλιστηρίου της απλής αμόλυβδης βενζίνης 95 οκτανίων για την Πέμπτη 26/3/2026 διαμορφώθηκε στα 0,7955 ευρώ ανά λίτρο.

Οι φόροι, τα τέλη και οι λοιπές επιβαρύνσεις αντιστοιχούσαν εκείνη την ημερομηνία σε 1,1138 ευρώ ανά λίτρο. Η μέση τιμή λιανικής της απλής αμόλυβδης βενζίνης 95 οκτανίων για την Παρασκευή 27/3/2026 διαμορφωνόταν στα 2,049 ευρώ ανά λίτρο.
Το εκτιμώμενο περιθώριο των πρατηριούχων και των εταιρειών εμπορίας υπολογιζόταν κατά μέσο όρο στα 0,1397 ανά λίτρο (ή 13,97 λεπτά του ευρώ). Η τελική τιμή λιανικής διαμορφώνεται από την τιμή διυλιστηρίου κατά 38,82%, από τους φόρους (σταθερούς και μεταβλητούς) κατά 54,36% και από τα εκτιμώμενα περιθώρια των εταιρειών εμπορίας, των μεταφορέων υγρών καυσίμων και των πρατηρίων κατά 6,82%.
Το ράλι του αργού
Από την έναρξη του πολέμου στη Μέση Ανατολή στις 28 Φεβρουαρίου, οι τιμές του αργού πετρελαίου Brent έχουν αυξηθεί κατά 50%, αφού από τα 72 δολάρια ξεπερνούσαν τα 102 με 108 δολάρια το βαρέλι. Στο μεσοδιάστημα οι τιμές είχαν αγγίξει ακόμη και τα 120 δολάρια το βαρέλι. Το κλείσιμο των Στενών του Ορμούζ σε συνδυασμό με τις επιθέσεις σε ενεργειακές υποδομές στη Μέση Ανατολή έχουν επηρεάσει καίρια τις τιμές.
Υπερκέρδη για τις πετρελαϊκές από την εκτόξευση του μαύρου χρυσού
Στα υψηλότερα επίπεδα όλων των εποχών έχουν σκαρφαλώσει οι τιμές των μετοχών και οι κεφαλαιοποιήσεις πετρελαϊκών εταιρειών, οι οποίες είναι από τις λίγες ωφελημένες στα χρηματιστήρια από τον πόλεμο στη Μέση Ανατολή.
Το ράλι του αργού πετρελαίου πάνω από τα 100 δολάρια το βαρέλι, φτάνοντας ακόμη και τα 120 δολάρια, από 72 δολάρια το βαρέλι που ήταν πριν από την έναρξη του πολέμου, δημιουργεί προοπτικές για υπερκέρδη στις πετρελαϊκές την ώρα που οι καταναλωτές αναγκάζονται να βάλουν πιο βαθιά το χέρι στην τσέπη για να καλύψουν ενεργειακές και άλλες ανάγκες.
Παρά το γεγονός ότι πολλές από τις εταιρείες αυτές έχουν εγκαταστάσεις και δραστηριότητες σε πολλές χώρες του Περσικού Κόλπου που δέχτηκαν επιθέσεις, οι προοπτικές κερδών λόγω του ράλι του μαύρου χρυσού θαμπώνουν τους επενδυτές που αναζητούν μόνο το κέρδος.
Το ράλι των τιμών μετοχών
Είναι ενδεικτικό ότι η νορβηγική πετρελαϊκή Equinor που προμηθεύει μεγάλο μέρος της Ευρώπης με πετρέλαιο και φυσικό αέριο είδε τις μετοχές της να κάνουν ράλι 50% από την έναρξη του πολέμου μέχρι σήμερα, αφού οι τιμές των μετοχών είχαν αυξηθεί από τις 281 νορβηγικές κορόνες στις 27 Φεβρουαρίου στις 420 νορβηγικές κορόνες στις 24 Μαρτίου.
Οι μετοχές της Exxon Mobil είχαν ενισχυθεί το ίδιο διάστημα κατά 10%, της Chevron 12%, της Shell 12%, της TotalEnergies 15%, της ConocoPhillips 14% και της ΒΡ 16%. Ολα αυτά σε μια περίοδο που οι άλλοι κλάδοι στα παγκόσμια χρηματιστήρια είχαν δεχτεί πιέσεις λόγω του πολέμου.
Μόνο οι αμερικανικές πετρελαϊκές εταιρείες ανέμεναν ώθηση 63,4 δισεκατομμυρίων δολαρίων στα αποτελέσματά τους λόγω του πολέμου, σύμφωνα με την εταιρεία συμβούλων Rystad Energy. Αναλυτές της Goldman Sachs σε χωριστή μελέτη έχουν προβλέψει συνδυασμένο απροσδόκητο κέρδος έως 6 δισεκατομμυρίων δολαρίων για την BP και τη Shell.
Η συνδυασμένη χρηματιστηριακή αξία των έξι μεγαλύτερων πετρελαϊκών της Δύσης είχε αυξηθεί κατά 130 δισεκατομμύρια δολάρια μόνο μέσα στις δύο πρώτες εβδομάδες από τις πρώτες αμερικανοϊσραηλινές επιθέσεις στο Ιράν. Το σοκ στον ενεργειακό εφοδιασμό που προκλήθηκε από τη σύγκρουση και η άνοδος τιμών του πετρελαίου οδήγησαν σε ρεκόρ αποτιμήσεων στο χρηματιστήριο για την εισηγμένη στο Λονδίνο Shell, τη μεγαλύτερη πετρελαϊκή εταιρεία της Ευρώπης, καθώς και για τις αμερικανικές πετρελαϊκές εταιρείες ExxonMobil και Chevron, ανέφερε η «Guardian».

Οι κεφαλαιοποιήσεις
Οι μετοχές της Shell αποτιμήθηκαν στο ιστορικό υψηλό των 260 δισ. δολαρίων στο Χρηματιστήριο του Λονδίνου στα μέσα του Μαρτίου και έφτασαν τα 265 δισ. δολάρια στις 31 του ίδιου μήνα.
Η απότομη αύξηση των τιμών ήταν αρκετή για να αντισταθμίσει τον αντίκτυπο της διακοπής της παραγωγής στην κύρια εγκατάσταση υγροποιημένου φυσικού αερίου του Κατάρ, η οποία ανάγκασε τη Shell να κηρύξει ανωτέρα βία στις παραδόσεις προς τους πελάτες της.
Οι μετοχές της Exxon και της Chevron είχαν επίσης ενισχυθεί σημαντικά από την έναρξη του πολέμου στο Ιράν. Η χρηματιστηριακή αξία της Exxon ανερχόταν στις 31 Μαρτίου στα 716 δισεκατομμύρια δολάρια, ενώ η κεφαλαιοποίηση της Chevron ανερχόταν σε 419 δισεκατομμύρια δολάρια.
Επίσης η βρετανική πετρελαϊκή εταιρεία BP, η γαλλική πετρελαϊκή εταιρεία TotalEnergies και η ENI, η οποία ανήκει εν μέρει στην ιταλική κυβέρνηση, κατέγραφαν επίσης σημαντικές αυξήσεις στις τιμές των μετοχών τους από την έναρξη του πολέμου. Η ΒΡ έφτασε σε κεφαλαιοποίηση τα 122 δισ. δολάρια. Η ENI σημείωνε άνοδο περίπου 13%, στα 80 δισεκατομμύρια δολάρια.
Νορβηγία και Equinor
Ενας από τους μεγαλύτερους ωφελουμένους από την άνοδο της παγκόσμιας αγοράς ενέργειας είναι η κρατική εταιρεία πετρελαίου της Νορβηγίας, Equinor. Είναι ο μεγαλύτερος προμηθευτής φυσικού αερίου της Ευρώπης και δεν διαθέτει παραγωγή στη Μέση Ανατολή. Οι μετοχές της, οι οποίες είναι εισηγμένες στο Χρηματιστήριο του Οσλο, είχαν κάνει ξέφρενο ράλι μετά την έναρξη του πολέμου. Η κεφαλαιοποίησή της άγγιζε τα 100 δισ. δολάρια, φτάνοντας περίπου στα υψηλά επίπεδα που είχαν καταγραφεί κατά τη διάρκεια της κρίσης των τιμών του φυσικού αερίου στην Ευρώπη μετά την έναρξη του πολέμου στην Ουκρανία.






