Μέσα σε δέκα μέρες, σε κεντρικούς δρόμους της πρωτεύουσας, οι κάμερες κατέγραψαν 10.000 παραβιάσεις ερυθρού σηματοδότη. Ο αριθμός είναι εξωφρενικός. Διότι όταν περνάς με κόκκινο παίζεις ρώσικη ρουλέτα. Απλώς δεν έχεις το δάχτυλο στη σκανδάλη, αλλά το πόδι στο γκάζι. Θα μου πείτε ότι οι περισσότερες παραβιάσεις αφορούν διελεύσεις με «βαθύ πορτοκαλί», δηλαδή την ώρα που αλλάζει το φανάρι και μεσολαβούν ένα με δύο δευτερόλεπτα πριν ξεκινήσει το άλλο ρεύμα. Επίσης θα δεχθώ ότι, στην πατρίδα μας, αν φρενάρεις στο πορτοκαλί παίζεις με την τύχη σου καθώς είναι εξαιρετικά πιθανό το αυτοκίνητο που σε ακολουθεί να καρφωθεί πάνω σου. Στον πολιτισμένο κόσμο το πορτοκαλί οδηγεί το πόδι στο φρένο. Εδώ το κατευθύνει ενστικτωδώς στο γκάζι. Περιέργως, λοιπόν, δεν σκοτώθηκε κανείς, εκτός και αν δεν το πληροφορηθήκαμε. Αλλωστε τα τροχαία δυστυχήματα είναι ρουτίνα μονόστηλου.
Κάθε μήνα σκοτώνονται 50-60 άνθρωποι. Σε αριθμούς νεκρών έχουμε δέκα Τέμπη τον χρόνο. Και το δεχόμαστε σχεδόν στωικά, σαν κομμάτι της εθνικής κανονικότητας. Ομως δείτε το και αλλιώς. Αν, ας πούμε, ζείτε στην πρωτεύουσα, τότε γύρω σας κυκλοφορούν δέκα χιλιάδες τύποι που διασχίζουν τη διασταύρωση έχοντας πίσω τους το κόκκινο ή, τέλος πάντων, το βαθύ πορτοκαλί.
Ολοι τους είναι εν δυνάμει δολοφόνοι. Και παίρνουν το ρίσκο τους για να κερδίσουν λίγα λεπτά της ώρας. Εδώ βρίσκεται ο πυρήνας του προβλήματος. Ούτε στην έλλειψη παιδείας, μήτε στην κοινή βλακεία. Τι είναι, άραγε, αυτό που σε κάνει να γκαζώνεις όταν το φανάρι κοκκινίζει; Ισως είναι η ψευδαίσθηση ότι ο χρόνος μας ανήκει, ότι μπορούμε να τον κερδίσουμε τη στιγμή με θράσος. Είναι, αλίμονο, η βεβαιότητα πως «σε μένα δεν θα τύχει». Κάπως έτσι χτίζεται μια κουλτούρα μικρών παραβιάσεων που, αθροιστικά, γίνονται συλλογική αυτοκτονία. Δεν πρόκειται για αδρεναλίνη ούτε για επαναστατική διάθεση. Είναι περιφρόνηση προς τον διπλανό. Μία στιγμιαία, αλλά καθημερινή άρνηση του κοινωνικού συμβολαίου. Να, αυτό είναι. Αλλά γιατί; Μάλλον επειδή αισθανόμαστε ότι βρισκόμαστε μέσα σε έναν πόλεμο. Με τους άλλους και, κυρίως, με τις ζωές μας, όπως τις ζούμε.
Η Ρωσία που πνίγεται
Διάβασα το άρθρο της Francesca Ebel, στην «Washington Post» για τη σημερινή κατάσταση στη Ρωσία. Η Ebel ήταν για χρόνια ανταποκρίτρια από τη Μόσχα, πλην όμως, για λόγους που όλοι κατανοούμε, αναγκάστηκε να μετακινηθεί εκτός Ρωσίας. Το συγκλονιστικό άρθρο περιγράφει μία χώρα που διαλύεται στον πυρήνα της, πίσω από τη σιδερένια πανοπλία που επιδεικνύει προς τον υπόλοιπο κόσμο.
Εχασε πάνω από ένα εκατομμύριο άνδρες στον πόλεμο, μαζί με τα φέρετρα επέστρεψαν και χιλιάδες σακάτηδες, η οικονομία υφίσταται τις συνέπειες των κυρώσεων που επέβαλε η Δύση. Και αυτή η κοινωνία δεν μπορεί να εκτονώσει τον θυμό και την απελπισία της.
Η κριτική διώκεται, η αμφισβήτηση τιμωρείται. Είναι λες και η ίδια η Ρωσία πνίγει τον εαυτό της για χάρη του ηγέτη της. Και δεν μπορεί μήτε να καταρρεύσει ολοκληρωτικά, μήτε να σταθεί στα πόδια της.
Η ταινία για τον Ανδρέα
Και φτάνει, λοιπόν, η στιγμή που ο Γιάννης ο Σμαραγδής προσέρχεται στο μεγάλο ραντεβού με το καλλιτεχνικό του πεπρωμένο. Κάνει την ταινία για τον Ανδρέα. Θα τολμήσω να κάνω πρόταση για τον πρωταγωνιστή: Bryan Cranston (αυτός του Breaking Bad). Αλλωστε ο ρόλος έχει υψηλές απαιτήσεις στη χρήση της αγγλικής. Στα ελληνικά δεν υπάρχει πρόβλημα, θα ντουμπλάρει ο Αλέξης Τσίπρας. Ως Δήμητρα θα επέλεγα τη Μαρία Κορινθίου. Κάνει πρεμιέρα η ταινία και κόβει την πρώτη εβδομάδα ένα εκατομμύριο εισιτήρια. Ο κόσμος πηγαίνει σινεμά όπως οι γριές στην Τήνο: στα γόνατα, κρατώντας εικόνες του Ανδρέα, τυλιγμένοι με πράσινες σημαίες. Στο Carmina Burana η αίθουσα πάλλεται. Και στην τελευταία σκηνή ο Ανδρέας, με καμπαρντίνα και ρεπούμπλικα, φτάνει σε ένα μέρος φωτεινό, όπου τον περιμένουν ο Καζαντζάκης, ο Ελ Γκρέκο, ο Καποδίστριας και εκείνος ο τύπος, ο Βαρβάκης, με το χαβιάρι και ένα ποτήρι malt στο χέρι.
Ο star της ημέρας
Ο Ζοράν Μαμντάνι ορκίστηκε δήμαρχος της Νέας Υόρκης. Και έτσι από χθες, οι δύο μητροπόλεις του δυτικού κόσμου, το Λονδίνο και η Νέα Υόρκη, έχουν μουσουλμάνους δημάρχους.
Ναι, πριν από λίγα χρόνια θα ήταν αδιανόητο. Ομως οι καιροί άλλαξαν. Και μέσω του Μαμντάνι ίσως δούμε αν η Αμερική μπορεί να αλλάξει, ξανά.







