Η δημόσια συζήτηση για τη Συμφωνία των Πρεσπών ανέδειξε ορισμένα, κατά τη γνώμη μου, ανησυχητικά στοιχεία κοινωνικής και πολιτικής συμπεριφοράς. Είναι εμφανές ότι ένας μεγάλος αριθμός των διανοουμένων, των πολιτικών της Αθήνας ζει, σκέφτεται και αναπνέει πολύ μακριά από τα σπίτια, τα σχολεία, τα μαγαζιά, τα καφενεία της Βόρειας Ελλάδας. Οι κοσμοπολίτικες ελίτ των τεσσάρων πιο σημαντικών τετραγωνικών χιλιομέτρων της χώρας στην πρωτεύουσα δύσκολα νιώθουν τις οικογένειες και τα παιδιά τους που ζουν και μεγαλώνουν στη Βόρεια Ελλάδα, ενώ εύκολα αφορίζουν αυτούς τους έλληνες πολίτες ως εθνικιστές. Εχω την αίσθηση ότι η εμπειρία των διεθνών σαλονιών έχει εύλογα εξασθενίσει σε πολλούς από μας που τα ζήσαμε και τα ζούμε τι πραγματικά σημαίνει η λέξη πατρίδα και οι σχετικές έννοιες με τις οποίες μεγάλωσαν γενιές Ελλήνων στην ελληνική επαρχία. Ιδιαίτερα στον ιστορικά φορτισμένο χώρο της Μακεδονίας. Ομως, αυτοί οι επαρχιώτες απλοί συμπολίτες μας, από τους οποίους πολλοί από μας προερχόμαστε, είναι η πλειοψηφία της ελληνικής κοινωνίας που δικαιούται του σεβασμού και της κατανόησης των πολιτικών και των διανοουμένων αυτής της χώρας. Ιδιαίτερα αυτών που διατυμπανίζουν τις λαϊκές τους ευαισθησίες. Μου έκανε αλγεινή εντύπωση ότι αυτή η ελληνική πραγματικότητα σχολιάστηκε από δημοσιογράφο του αμερικανικού περιοδικού «Time», ενώ δεν την είδα στα σημαντικά δικά μας αντίστοιχα περιοδικά και εφημερίδες. Εχω την αίσθηση ότι η ελληνική διανόηση φοβάται να συζητήσει την έννοια της πατρίδας και της ιστορικής παράδοσής της μήπως και χαρακτηριστεί εθνικιστική ή όχι αρκούντως διεθνιστική και προοδευτική.

Μια κοινωνία με βαρύ το αίσθημα της ήττας σε πολλαπλά επίπεδα της καθημερινής της ζωής τα τελευταία δέκα χρόνια της κρίσης, βιώνει σήμερα άλλη μια, αυτή της απόδοσης της μακεδονικής ταυτότητας αποκλειστικά στους γείτονες της Βόρειας Μακεδονίας και μάλιστα με οριακή και για πολλούς αμφισβητούμενη λόγω πολιτικών μεθοδεύσεων απόφαση της ελληνικής Βουλής. Αυτή η επαναλαμβανόμενη γεύση ήττας δεν έχει καθόλου αμελητέα επίδραση στην ισορροπία της κοινωνίας μας, αλλά και της οικονομίας μας, μιας και αυτή έχει άμεση σχέση και με το αίσθημα αισιοδοξίας, προοπτικής και αυτοσεβασμού των πολιτών. Ισως είναι και ένας βάσιμος λόγος που οι καλύτεροι νέοι μας εγκαταλείπουν τη χώρα. Η διαρκής ήττα σε αυτά με τα οποία έχτισαν τη ζωή τους οι γονείς τους.

 

Τα τέσσερα πιο σημαντικά τετραγωνικά χιλιόμετρα της χώρας που αγωνιούν για τη δημοκρατία, την πρόοδο και την κοινωνική δικαιοσύνη καλό θα ήταν να κατανοήσουν αληθινά αυτές τις απλές έννοιες με τις οποίες μεγάλωσαν εκατομμύρια ελλήνων πολιτών και να βοηθήσουν όλοι αυτοί οι συμπολίτες μας να μην πέσουν στην αγκαλιά της Χρυσής Αυγής. Γιατί αλλιώς θα είναι άμεσα υπεύθυνοι αν αυτή θεριέψει εκλογικά στις επόμενες εκλογές και οδηγήσει τη χώρα σε επικίνδυνους ατραπούς, τόσο κοινωνικούς όσο και εθνικούς. Η ευρωπαϊκή εμπειρία των Ορμπαν, Σαλβίνι, Λεπέν που διαμορφώνεται δυστυχώς ταχύτατα πρέπει να μας κινητοποιήσει όλους. Σε λίγους μήνες η κοινωνία μας θα δείξει τι έμαθε από τα χρόνια της κρίσης. Η αστική δημοκρατία δεν προστατεύεται από νοητικές ασκήσεις και πολιτικές ιδεοληψίες και βεβαιότητες του προηγούμενου αιώνα. Θέλει δουλειά με τους απλούς πολίτες και τις ανησυχίες τους, συμπεριλαμβανόμενων και αυτών που σχετίζονται με την πατριωτική και ιστορική τους μνήμη. Αν τις αγνοήσουν οι δημοκράτες πολιτικοί, θα τις υιοθετήσουν αργά η γρήγορα οι ακραίοι.

Ο Αχιλλέας Γραβάνης είναι καθηγητής Φαρμακευτικής στο Πανεπιστήμιο Κρήτης