Η αντιπαράθεση για το αίτημα της Νέας Δημοκρατίας να διευρυνθεί η θεματολογία της πρόσφατης συνεδρίασης του Εθνικού Συμβουλίου Εξωτερικής Πολιτικής, το οποίο τελικά δεν έγινε αποδεκτό και οδήγησε στην αποχώρηση των εκπροσώπων της, δεν ήταν το σημαντικό ζήτημα που προέκυψε από το Συμβούλιο. Η ουσία λοιπόν βρίσκεται στην πρωτοβουλία της κυβέρνησης, μέσω του υπουργείου Εξωτερικών, να προχωρήσει στη σύσταση Συμβουλίου Εθνικής Ασφαλείας, το οποίο θα εποπτεύεται από τον σύμβουλο Εθνικής Ασφαλείας. Πρόκειται για ένα φιλόδοξο σχέδιο το οποίο κινείται στην κατεύθυνση αντίστοιχων δομών και πρωτοβουλιών στο εξωτερικό και ενσωματώνει τις προσεγγίσεις των σημαντικότερων επιστημόνων που έχουν μελετήσει το ζήτημα της εθνικής ασφάλειας.
Πρέπει να ξεκαθαριστεί πως τα περισσότερα πολιτικά κόμματα συμφωνούν με την αναγκαιότητα θέσπισης Συμβουλίου Εθνικής Ασφαλείας. Ειδικότερα η Νέα Δημοκρατία και το Ποτάμι έχουν και επεξεργασμένα σχέδια για το πώς πρέπει να ιδρυθεί ο συγκεκριμένος θεσμός και της πρώτης μάλιστα κινείται προς τη σωστή κατεύθυνση. Ωστόσο, αν και δεν το συνηθίζουμε στην Ελλάδα, πρέπει να γνωρίζουμε πως η δημιουργία θεσμών δεν αποτελεί πανάκεια και δεν επιλύει πάντα τα προβλήματα, αρκετές φορές μάλιστα οδηγεί στην αντίθετη ακριβώς κατεύθυνση. Με αυτή τη λογική πρέπει να προσεγγιστεί και η πρωτοβουλία για το Συμβούλιο Εθνικής Ασφαλείας, καθώς προκύπτουν μια σειρά προβληματισμοί.
Ο πρώτος προβληματισμός σχετίζεται με την αναγκαιότητα συναίνεσης γύρω από την πρωτοβουλία και κυρίως για τον τρόπο με τον οποίο αυτή θα υλοποιηθεί. Οπως φάνηκε και από την ίδια τη συνεδρίαση στον τομέα της εξωτερικής πολιτικής, ο οποίος είναι και ένας από τους βασικούς στη λογική της εθνικής ασφάλειας, υπάρχει μεγάλη διαφοροποίηση και ένταση μεταξύ της κυβέρνησης και των κομμάτων της αντιπολίτευσης. Ειδικότερα, η Συμφωνία των Πρεσπών αποτελεί το μεγαλύτερο αγκάθι, καθώς αναμένεται να προκαλέσει νέους και έντονους τριγμούς.
Το δεύτερο σημαντικό ζήτημα αφορά το γενικότερο πλαίσιο για την ασφάλεια, την άμυνα και την εξωτερική πολιτική στην Ελλάδα. Οι τρεις τομείς λειτουργούν ανεξάρτητα, και αυτό είναι αποτυπωμένο πολιτικά, θεσμικά και επιχειρησιακά. Η μετάβαση σε ένα νέο καθεστώς που θα συγκεντρώσει αρμοδιότητες και μάλιστα υπό τον Πρωθυπουργό και θα εξομοιώσει το Σύμβουλο Εθνικής Ασφαλείας με υπουργό δεν μπορεί να γίνει χωρίς την κατάλληλη προετοιμασία. Οι δομές, οι υπηρεσίες και τα πρόσωπα που θα κληθούν να εκχωρήσουν ή να απολέσουν πλήρως αρμοδιότητες, σε σύντομο μάλιστα χρονικά διάστημα, μπορούν να αποτελέσουν σημαντική τροχοπέδη στην προσπάθεια.
Ο τρίτος προβληματισμός είναι επί της ουσίας παρεπόμενο των δύο παραπάνω ζητημάτων και αφορά το πρόσωπο που θα επιλεγεί ως σύμβουλος, αλλά και το επιτελείο που θα τον στελεχώσει. Χωρίς την επιχειρησιακή ωρίμανση και σε ένα πολωμένο κλίμα προεκλογικής περιόδου η πρωτοβουλία μπορεί να μετατραπεί σε κενό γράμμα και να προκαλέσει σημαντικά προβλήματα γύρω από έναν θεσμό που η Ελλάδα έχει ανάγκη. Στην εθνική ασφάλεια η συναίνεση είναι προαπαιτούμενο και όλες οι πλευρές πρέπει να συνεισφέρουν ειλικρινώς και σταθερά σε αυτή την κατεύθυνση. Η χώρα χρειάζεται Συμβούλιο Εθνικής Ασφαλείας με μακροπρόθεσμο χρονικό ορίζοντα και όχι αμφισβητούμενο και υπό καθεστώς σύντομης αντικατάστασης των μελών του.
Ο Τριαντάφυλλος Καρατράντος είναι διεθνολόγος, ειδικός σε θέματα
ασφάλειας