Στον απόηχο της εθνικής τραγωδίας που εκτυλίχθηκε στις 23 Ιουλίου 2018 βλέπουμε μια ολόκληρη χώρα να θρηνεί. Οι Ελληνες καλούνται να συνειδητοποιήσουν τον τραγικό απολογισμό των 80 νεκρών, 8 αγνοουμένων, 11 ατόμων στην εντατική και εκατοντάδων τραυματιών. Οι ψυχολογικές επιπτώσεις τέτοιου μεγέθους καταστροφών είναι εμφανείς ακόμη και σε άτομα που δεν είχαν κανένα σωματικό τραυματισμό ή που δεν ήταν καν κοντά στον τόπο της πυρκαγιάς. Η αίσθηση της ασφάλειας και σταθερότητας χάθηκε και μαζί της η παιδική μας αθωότητα. Πώς μπορούμε να επιστρέψουμε στην κανονικότητα αν φοβόμαστε να στείλουμε τα παιδιά μας στο εξοχικό των παππούδων επειδή είναι σε εξοχή με δέντρα; Καθώς θα περνάει ο καιρός, θα συνειδητοποιούμε ότι έχουμε πολλά να επεξεργαστούμε μέχρι να αποδεχθούμε όσα συνέβησαν και να προχωρήσουμε τις ζωές μας.
Μολονότι ο κάθε άνθρωπος είναι μοναδικός και ενδέχεται να αντιδρά με διαφορετικό τρόπο από τους συνανθρώπους του στα γεγονότα, υπάρχουν ορισμένα μοτίβα συμπεριφορών που έχουν τα περισσότερα άτομα όταν βιώνουν τραυματικά γεγονότα και πενθούν. Το να μη μπορεί κανείς να ελέγξει τα συναισθήματά του, τις σωματικές του αντιδράσεις, τη συμπεριφορά του ή τις σκέψεις του είναι συνηθισμένο σε τέτοιες περιπτώσεις. Αυτό, όμως, ενδέχεται να δημιουργήσει έντονες ανησυχίες στο άτομο για την ψυχική του υγεία. Είναι, λοιπόν, απαραίτητο να έχει κανείς επίγνωση των πιθανών γνωστικών, συναισθηματικών και συμπεριφορικών αλλαγών που μπορεί να βιώσει, ώστε να μην ανησυχεί άδικα αλλά και να ξέρει να αναζητήσει υποστήριξη αν χρειαστεί.
Τα στάδια του πένθους
Προτού αναφερθούμε στις αλλαγές αυτές, θα γίνει μια σύντομη παρουσίαση των «σταδίων» του πένθους που συχνά συνοδεύει τέτοιες καταστροφές. Το πρώτο στάδιο του πένθους αφορά μια «άρνηση» του ατόμου να αποδεχθεί ότι αυτό που συμβαίνει είναι πραγματικό. Ακούει το τι έγινε, αλλά αδυνατεί να το συνειδητοποιήσει και να καταλάβει τις πραγματικές του διαστάσεις. Το στάδιο αυτό είναι προσωρινό και ιδιαίτερα βοηθητικό, καθώς προστατεύει το άτομο από το να βιώσει απότομα και βίαια όλη την ένταση της απώλειας.
Σταδιακά, η άρνηση υποχωρεί και το άτομο αντιλαμβάνεται όσα έχουν συμβεί, αλλά ένας νέος αμυντικός μηχανισμός, ο θυμός, το προστατεύει και πάλι από το να νιώσει τη θλίψη και τον πόνο σε όλη τους την ένταση. Τα άτομα που πενθούν νιώθουν θυμό και αυτό τους δίνει δύναμη. Στην προκειμένη περίπτωση φαίνεται ο θυμός να κατευθύνεται στην πολιτική ηγεσία που είχε την ευθύνη της διαχείρισης της κρίσης. Ενδεχομένως, αυτό τροφοδοτείται και από λανθάνοντα αισθήματα θυμού που προϋπήρχαν, καθώς η χώρα είναι στον ένατο χρόνο μιας μείζονος οικονομικής κρίσης. Παράλληλα, τα προφανή λάθη που έγιναν σε σχέση με την εκκένωση της περιοχής, αλλά και οι παλινωδίες στην επικοινωνιακή διαχείρισή της από την κυβέρνηση επιτείνουν ιδιαίτερα το αίσθημα αυτό. Μολονότι, όμως, ο θυμός είναι ένα απαραίτητο στοιχείο για να προχωρήσει η επούλωση των τραυμάτων υπάρχει η πιθανότητα να «κολλήσει» κανείς στο στάδιο αυτό. Τα μέσα μαζικής ενημέρωσης ενδέχεται να κρατούν το κοινό σε αυτό το στάδιο αναμεταδίδοντας συνεχώς σχετικές ειδήσεις που θα αυξήσουν τον θυμό για τον προφανή λόγο ότι κάνουν μεγαλύτερα νούμερα ακροαματικότητας. Ετσι, όμως, το εμποδίζουν από το να προχωρήσει στην αποδοχή των γεγονότων που θα επιτρέψει τη δημιουργία μιας νέας κανονικότητας.
Το επόμενο στάδιο αφορά μια στροφή του ατόμου στον εαυτό του. Αναρωτιέται τι θα μπορούσε να είχε κάνει για να αποτρέψει όσα συνέβησαν, σκέφτεται τι θα ήταν διατεθειμένο να κάνει αρκεί να γυρνούσε ο χρόνος πίσω και να μην είχε συμβεί το τραυματικό γεγονός, και νιώθει ενοχές για ό,τι έκανε ή δεν έκανε. Ειδικά για όσους έζησαν από κοντά την πυρκαγιά, η ενοχή μπορεί να σχετίζεται με το γεγονός ότι οι ίδιοι επιβίωσαν ενώ κάποιοι συνάνθρωποί τους χάθηκαν. Οσο πιο κοντινοί τους άνθρωποι έχασαν τη ζωή τους τόσο μεγαλύτερη θα είναι η αίσθηση της ενοχής.
Στη συνέχεια, το άτομο είναι πια έτοιμο να βιώσει το συναίσθημα της θλίψης και του πόνου, καθώς πλέον δέχεται όλο τον συναισθηματικό αντίκτυπο των όσων συνέβησαν. Το συναίσθημα κατακλύζει το άτομο που μπορεί να επιδείξει συμπτώματα κατάθλιψης, όπως τάση για απομόνωση, έλλειψη διάθεσης για οτιδήποτε, αδυναμία να νιώσει χαρά κ.ά. Το κλάμα σε αυτή την περίπτωση είναι πολύ θετικό, καθώς δίνει μια κοινωνικά αποδεκτή διέξοδο στα συναισθήματα του ατόμου.
Το τελευταίο στάδιο του πένθους περιλαμβάνει την αποδοχή του γεγονότος και είναι πολύ σημαντικό, αλλά ταυτόχρονα και ιδιαίτερα σύνθετο. Αποδοχή δεν σημαίνει ότι το άτομο συνεχίζει τη ζωή του σαν να μη συνέβη τίποτα. Αυτό ούτε γίνεται, αλλά ούτε είναι και επιθυμητό. Αποδοχή σημαίνει αναγνώριση του τι έγινε, του πώς έχει αλλάξει η ζωή του και ότι κάποιες αλλαγές είναι μόνιμες. Ετσι δεν μιλάμε για επιστροφή του ατόμου στην κανονικότητα που είχε, αλλά για δημιουργία μιας νέας κανονικότητας με βάση τις νέες συνθήκες. Με άλλα λόγια, τα άτομα που βίωσαν έντονα τις συνέπειες μιας τέτοιας καταστροφής φτάνοντας στην αποδοχή θα αρχίσουν σταδιακά να κάνουν νέα σχέδια για το μέλλον - αρχικά για τις τους επόμενους μήνες και σταδιακά ακόμη πιο μακρόπνοα σχέδια. Η τελετή της κηδείας είναι πολύ σημαντική για τη συνειδητοποίηση του τι συνέβη και την αποδοχή του, ενώ στην περίπτωση συλλογικών τραγωδιών όπως η πυρκαγιά στο Μάτι βοηθούν πολύ και οι εκδηλώσεις μνήμης και τιμής που οργανώνονται.
Το να γνωρίζει κανείς τα προαναφερθέντα στάδια του πένθους είναι πολύ βοηθητικό, καθώς δίνει μια αίσθηση ασφάλειας στο άτομο ότι ξέρει τι να περιμένει και ότι οι συναισθηματικές του αντιδράσεις είναι φυσιολογικές. Ομως, πρέπει να έχουμε υπόψη μας ότι υπάρχει πολύ μεγάλη ποικιλία στο πώς αντιδρούν τα άτομα στο πένθος. Ετσι, μπορεί κάποιος να μείνει πάρα πολύ ή να κολλήσει σε κάποιο στάδιο, να πηδήξει κάποιο στάδιο ή να παλινδρομεί ανάμεσα σε δύο ή παραπάνω στάδια. Υπάρχουν αμέτρητες άλλες μεταβλητές που παίζουν ρόλο όπως λ.χ. το πόσο έντονα βίωσε το τραυματικό γεγονός,  η ανθεκτικότητα ή η ευαλωτότητα του κάθε ατόμου απέναντι σε τραυματικά γεγονότα κ.ά.
Παράλληλα, τον πρώτο καιρό μετά από μεγάλες τραγωδίες τα άτομα ενδέχεται να νιώθουν έντονο φόβο και να έχουν ψυχοσωματικές αντιδράσεις, όπως ταχυκαρδία, πονοκεφάλους και μυϊκούς πόνους. Είναι πιθανό να υπάρχουν συνεχείς σκέψεις σχετικά με το γεγονός, καθώς και διάχυτο άγχος που προκαλεί διαταραχές ύπνου. Τα οικεία πρόσωπα θα κρατούνται κοντά και θα υπάρχει δυσκολία στο να τα αποχωριστούν καθώς θα φοβούνται ότι κάτι κακό θα συμβεί. Επίσης, συχνά υπάρχουν συναισθήματα ενοχής που συνοδεύονται από επίμονες σκέψεις σε σχέση με όσα έλαβαν χώρα τη μέρα εκείνη και αξιολόγησης της ορθότητας και των συνεπειών των πράξεών τους.  Σειρήνες, δυνατοί θόρυβοι, μυρωδιά καμένου ξύλου ή άλλα περιβαλλοντικά ερεθίσματα ενδέχεται να ξυπνήσουν αναμνήσεις της καταστροφής και να προκαλέσουν έντονο άγχος. Τέλος, ενδέχεται να υπάρχουν ακόμη και υστερικές αντιδράσεις ή πιο έντονα ψυχοσωματικά συμπτώματα όπως παραισθήσεις και αποδιοργάνωση του λόγου. Για να αξιολογηθεί η σοβαρότητα των παραπάνω, χρειάζεται να δει κανείς την έντασή τους, τη συχνότητά τους και το για πόσο χρονικό διάστημα λαμβάνουν χώρα. Συχνά, τα συμπτώματα αυτά περνούν μόνα τους, καθώς τα άτομα επεξεργάζονται σταδιακά το τραυματικό γεγονός. Πρέπει κανείς να δώσει στον εαυτό του τον απαραίτητο χρόνο προσαρμογής. Χρειάζεται να αναμένει ότι αυτή θα είναι μια δύσκολη περίοδος και χρειάζεται να αφήσει χρόνο για να θρηνήσει.
Η κοινωνική υποστήριξη
Σε αυτή τη διαδικασία δεν χρειάζεται κανείς να είναι μόνος. Η κοινωνική υποστήριξη είναι πολύ σημαντικός παράγοντας για να μπορέσει κάποιος να ξεπεράσει τις παραπάνω δυσκολίες. Η οικογένεια και οι φίλοι αποτελούν μεγάλη πηγή συμπαράστασης. Επίσης, η ατομική ή η ομαδική συμβουλευτική με εξειδικευμένους ψυχολόγους θα μπορούσε να βοηθήσει στην καλύτερη αντιμετώπιση των προβλημάτων που ανακύπτουν, αλλά και στη γενικότερη αποδοχή όσων έχουν συμβεί. Ηδη πληθώρα ειδικών ψυχικής υγείας έχουν εκφράσει την πρόθεση να προσφέρουν δωρεάν υποστήριξη στα άτομα που έζησαν από κοντά την πυρκαγιά και τους συγγενείς τους. Τέλος, η επιστροφή στην καθημερινή ρουτίνα συνήθως λειτουργεί βοηθητικά καθώς κρατάει το μυαλό απασχολημένο και δεν αφήνει χώρο για τις επίμονες σκέψεις γύρω από το γεγονός.
Αν περάσει ο πρώτος καιρός από την τραγωδία αλλά το άτομο εξακολουθεί να ξαναζεί το τραυματικό γεγονός και να κατακλύζεται από σχετικές σκέψεις, τότε υπάρχει μεγαλύτερη ανάγκη για ψυχολογική υποστήριξη. Συχνά, άτομα που έχουν ζήσει από κοντά τέτοιες εμπειρίες αναπτύσσουν διαταραχή μετατραυματικού στρες (PTSD). Αυτή αποτελεί μια σύνθετη διαταραχή με πολλαπλές ομάδες συμπτωμάτων. Τα βασικά χαρακτηριστικά της είναι οι τραυματικές αναμνήσεις, επίμονη υπερδιέγερση και αρνητική διάθεση. Αν παρατηρήσει κανείς κάτι τέτοιο, τότε είναι απαραίτητο να ζητήσει τη βοήθεια ενός ειδικού. Ο καθένας από εμάς χρειάζεται τον χρόνο του για να περάσει τη διαδικασία του πένθους με τον δικό του ρυθμό. Το να ζητάει βοήθεια αν νιώσει ότι τη χρειάζεται είναι ένδειξη δύναμης και κουράγιου.
Ο Νίκος Δρόσος είναι ψυχολόγος (MSc, PhD), επιστημονικός συνεργάτης του Εθνικού και Καποδιστριακού Πανεπιστημίου Αθηνών και του Ευρωπαϊκού Πανεπιστημίου Κύπρου