“Ήρθα να πω εδώ αυτό που έχω βιώσει και αυτά που έχω κάνει. Τίποτα άλλο. Μετά τους ψυχολόγους και τις συνεδρίες έρχομαι εδώ για να δικαιωθώ για το δικό μου κομμάτι, γιατί έχω μερίδιο ευθύνης για αυτό. Ήταν άδικο να πάρεις ένα 17χρονο με προβλήματα να το εκμεταλλευτείς έτσι. Μου έχει στερήσει σχέσεις, επαφές, δυσκολία να επικοινωνήσω με τον κόσμο… γνώρισα το φόβο και τώρα το παλεύω με τον ψυχολόγο μου”. Mε τα λόγια αυτά θέλοντας να περιγράψει τη ζωή του πριν και μετά την καταγγελία που διατύπωσε για το βιασμό του σε βάρος του ηθοποιού Δημήτρη Λιγνάδη, ο οποίος δικάζεται σε δεύτερο βαθμό, ο νεαρός απευθύνθηκε σε δικαστές και ενόρκους .

Η δική του κατάθεση – μαρτυρία ήταν η πρώτη με την οποία άνοιξε η αυλαία της δίκης ενώπιον του Μεικτού Ορκωτού Εφετείου της Αθήνας.

Ο μάρτυρας όταν συνέβησαν όσα έχει καταγγείλει ήταν 17 ετών, με τον κατηγορούμενο ηθοποιό να αρνείται από τότε που αποκαλύφθηκε η υπόθεση ότι έχει διαπράξει την πράξη του βιασμού που τον οδήγησε στο εδώλιο.

Ο μάρτυρας περιέγραψε το σκηνικό που ζούσε στο οικογενειακό του περιβάλλον,  καθώς λόγω των προβληματικών καταστάσεων την στο σπίτι του βρέθηκε να μένει στο σπίτι του κατηγορούμενου, θέλοντας να ξεφύγει καθώς και οι δύο γονείς του ήταν αλκοολικοί.

Όπως είπε ο κατηγορούμενος τον προσέγγισε μέσω των μέσων κοινωνικών δικτύων και περιέγραψε περιστατικά σεξουαλικού περιεχομένου που έλαβαν χώρα με τον κατηγορούμενο, χωρίς τη συναίνεση του καταγγέλλοντα, μέχρι και το 2016 οπότε και επέστρεψε στο σπίτι του.

«Συνέχισα να μένω στο σπίτι του κατηγορούμενου. Έθαψα το κομμάτι μέσα μου και προσπάθησα να μην έχω πολύ επικοινωνία μαζί του. Το άφησα και ταυτόχρονα για να αποφύγω άλλη αντίστοιχη κίνηση, του έκανα αναφορά ότι μου αρέσει άλλος για να αποκλείσω ότι θα με πλησίαζε με αυτό τον τρόπο ξανά. Ήθελα να λάβει το μήνυμα ότι δεν μου αρέσει», είπε θέλοντας να εξηγήσει στο δικαστήριο τη στάση του.

Παρ’ όλα αυτά όπως κατέθεσε, ο κατηγορούμενος τον βίασε ένα βράδυ στο σπίτι του κι ενώ στο διαμέρισμα του υπήρχαν και άλλοι άνθρωποι επίσης νεαρής ηλικίας. Οπως είπε βρισκόταν στο κρεβάτι ξαπλωμένος με ένα φίλο του για τον οποίο έτρεφε συναισθήματα και μιλούσαν όταν εμφανίστηκε ο κατηγορούμενος και τον κακοποίησε. «Προσπαθούσα να αντιδράσω και δεν είχα τη δυνατότητα. Όλα έγιναν χωρίς καμιά προειδοποίηση. Προσπαθώ να καταλάβω τί συμβαίνει. Όταν βγαίνω πια από το μπάνιο και προσπαθώ να καταλάβω τι είχε συμβεί. Βγαίνω και βλέπω να μιλά με τους άλλους και να γελάνε και κανείς δεν αντιδρούσε. Θολωμένος κάθισα και έμεινα εκτεθειμένος…»

Και στη συνέχεια, όπως είπε, ο μάρτυρας « Έμεινα εκεί γιατί δεν είχα που να πάω. Μετά ο κατηγορούμενος δεν έδωσε σημασία. Μετά από αυτό παρέμεινα μέχρι τον Οκτώβρη. Κάποια σκηνικά ξαναέγιναν αλλά όχι σαν αυτά. Για εμένα ήταν κακοποιητικές συμπεριφορές. (…) Έφυγα από το σπίτι γιατί άρχισε η μητέρα μου να με καλεί και να μου λέει ότι οι συνθήκες ήταν καλύτερες».

Εισαγγελέας: Εξακολουθούσατε να μένετε στο σπίτι του όμως…

Μάρτυρας: Δεν υπήρχε άλλη επιλογή να μένω κάπου αλλού.

Εμένα εκεί από ανάγκη. Δεν έτρεφα κανένα συναίσθημα για εκείνον. Δεν είχα υποστηρικτικό περιβάλλον. Όταν έφυγα από το σπίτι του δεν ήμουν θυμωμένος. Ένιωθα ότι έχω μερίδιο ευθύνης, ένιωθα ενοχές και δεν είπα κάτι».

Αναφορικά με το κρίσιμο ζήτημα αν σκέφτηκε να καταγγείλει τον κατηγορούμενο ο μάρτυρα είπε πως «Ημουν ανήλικος. Οταν ενηλικιώθηκα, ήμουν παράνομος. Δεν είχα διαβατήριο, νόμιμα έγγραφα. Επίσης, η σχέση των γονιών μου που ερχόταν η αστυνομία τόσο συχνά, μου προκαλούσαν μόνο φόβο για το τι μπορεί να συμβεί».

Η δίκη συνεχίζεται με καταθέσεις μαρτύρων.

ΣΧΟΛΙΑ
ΠΡΟΣΘΗΚΗ ΣΧΟΛΙΟΥ
0 /50
0 /2000
YouTube thumbnail