Την αρρωστημένη ζήλια του 41χρονου για την 39χρονη σύζυγό του που -όπως φαίνεται- του όπλισε και της έκοψε το νήμα της ζωής με 45 μαχαιριές στο σπίτι του στην Καλαμάτα, φέρνουν στο φως νέα αποκαλυπτικά στοιχεία.
Όπως έκανε γνωστό ο αστυνομικός συντάκτης των εφημερίδων «ΤΑ ΝΕΑ» και «ΤΟ ΒΗΜΑ» Βασίλης Λαμπρόπουλος, ο 41χρονος γυναικοκτόνος παρακολουθούσε την 39χρονη σύζυγό του, έχοντας μάλιστα εγκαταστήσει σύστημα εντοπισμού (GPS) στο αυτοκίνητό της, αλλά και συσκευές ηχογράφησης (κοριούς) μέσα στο σπίτι τους. Σύμφωνα με μαρτυρίες, ο δράστης φέρεται να ζήλευε το θύμα εμμονικά «παγιδεύοντας» την με ηλεκτρονικά μέσα, προκειμένου να γνωρίζει πού πηγαίνει, αλλά ακόμα και το τι λέει, τις ώρες που εκείνος δεν βρισκόταν σπίτι.
Οι διωκτικές Αρχές έχουν εντοπίσει στο σπίτι του ζευγαριού στην Καλαμάτα ηχητικά αρχεία και έχει ξεκινήσει τη διαδικασία της απομαγνητοφώνησης του περιεχομένου τους, ώστε να εντοπίσουν τι είχε ακούσει ο κατηγορούμενος, κι αν ήταν αυτό που τον ώθησε στην ειδεχθή πράξη του.
Μαρτυρίες φίλων της 39χρονης για το οικογενειακό της δράμα
Δύο φίλοι της 39χρονης που είχαν προσπαθήσει να την βγάλουν από το αδιέξοδο που ζούσε το Νοέμβριο του 2025, μίλησαν αποκλειστικά στην εκπομπή Live News για όσα τους είχε εκμυστηρευθεί. Μιλούν για πρώτη φορά για τα όσα είχαν συζητήσει μαζί της σε καφετέρια και την απόφασή τους να ενημερώσουν την Αστυνομία. Τονίζουν, πως αν και οι Αρχές έδειξαν ενδιαφέρον μετά την καταγγελία, εκείνη προτίμησε να σιωπήσει από τον φόβο που είχε φωλιάσει μέσα της.
Σχεδόν 7 μήνες πριν τη δολοφονία, οι δυο φίλοι της 39χρονης που είχαν ανησυχήσει από την εικόνα της, τη συναντούν και την κάνουν να τους μιλήσει. «Έφτασε στα αυτιά μας, ότι με το σύντροφό της δεν περνάει καλά, ότι τη χτυπάει και τα λοιπά. Οπότε πήρα το θάρρος εγώ, μαζί με μία μαθήτρια που την ήξερε πιο πολύ, την πιάσαμε μια μέρα, πήγαμε για καφέ κρυφά και αυτή άρχισε και μας έλεγε διάφορα σκηνικά που συμβαίνουνε στο σπίτι».
Από το μυαλό της 39χρονης περνούσαν στιγμές εφιαλτικές. Οι περιγραφές της οδηγούν τους φίλους της στην απόφαση να ενημερώσουν την Αστυνομία. «Και μας είχε πει, ότι αν δείτε ότι δεν έρχομαι, δεν, δεν, δεν, πάει να πει ότι κάτι έχει γίνει. Έρχεται μια μέρα λοιπόν, δεν έρχεται η Βάσω, την παίρνανε τηλέφωνο, δεν σήκωνε τηλέφωνα, τίποτα. Και παίρνουμε εμείς πρωτοβουλία και παίρνουμε την Αστυνομία και τους λέμε: “Ξέρουμε αυτά και αυτά και αυτά τα σκηνικά. Δεν το σηκώνει η κοπέλα, δεν έχει έρθει για μάθημα. Μένει εκεί”. Η Αστυνομία πήγε και μας πήρε μετά τηλέφωνο. Είπε η κοπέλα αρνήθηκε, δεν γινόταν τίποτα μες στο σπίτι. Άνοιξε η κοπέλα η Βάσω, χτυπημένη, εννοείται και η Αστυνομία μάς λέει: “μην ανακατεύεστε, γιατί θα μπλέξετε”».
Η 39χρονη αρνήθηκε μπροστά στους αστυνομικούς, ότι ήταν θύμα κακοποίησης. Και αυτό όπως αποδείχθηκε, ήταν ένα από τα μεγάλα λάθη, που άφησαν το πεδίο ελεύθερο, στον άντρα που τελικά ομολόγησε ότι τη σκότωσε. «Γενικότερα, απ’ ό,τι είχαμε καταλάβει, δεν υπήρχε κάποια ιδιαίτερη στήριξη απ’ το περιβάλλον της. Και γι’ αυτό είχαμε πάρει την απόφαση εκείνο το βράδυ, εμείς να κάνουμε κάποια καταγγελία. Απλά… έμεινε εκεί μάλλον. Γιατί και αυτή φοβήθηκε, γιατί μόλις πήγε η Αστυνομία στο σπίτι της, είπε ότι όλα είναι καλά».
Τα πάντα σήμερα ίσως να ήταν διαφορετικά, αν η 39χρονη έλεγε όλη την αλήθεια στις Αρχές. «Πέρναγε δύσκολα. Υπήρχε σίγουρα βία, δηλαδή τη χτυπούσε, την απειλούσε για τη ζωή της, ήτανε… πιστεύω, η ζήλια του είχε θολώσει τελείως το μυαλό. Ενώ δεν έπαιρνε νομίζω ιδιαίτερα δικαιώματα». Μετά από εκείνη την επίσκεψη των αστυνομικών, ο 41χρονος πέρασε στην αντεπίθεση, όπως μας λένε οι δυο φίλοι της δολοφονημένης γυναίκας.
Οι απειλές του 41χρονου στους φίλους της
«Την καταγγελία την είχαμε κάνει 18 Νοεμβρίου. Η μέρα Τρίτη, αν θυμάμαι καλά, τώρα η κοπέλα που το κάναμε μαζί. Μετά από αυτό το σκηνικό λοιπόν, την επόμενη μέρα το πρωί, πήρε τηλέφωνο αυτός την (….) και της λέει: “κανόνισε και μη χαλάσεις την εικόνα μου προς τα έξω, πρόσεχε” της λέει, “την έχεις…” της λέει, “την έχεις βάψει”».
Ο 41χρονος απειλεί και προειδοποιεί τους δυο φίλους της γυναίκας του. «Εμένα, αυτή είχε επικοινωνήσει μαζί μου την επόμενη μέρα, μετά την καταγγελία. Γιατί έμαθε, ότι είχα εμπλακεί κι εγώ, τέλος πάντων. Και μου έλεγε, ότι με ποιο δικαίωμα της κάλεσα την Αστυνομία, ότι δεν σεβάστηκα το ότι κοιμόντουσαν τα παιδιά της εκείνη την ώρα και ότι θα μου κάνει μήνυση και ότι αν του χαλάσω την εικόνα… θα με καταστρέψει».
Οι φίλοι της γνώριζαν την αλήθεια, υποψιάζονταν τα όσα συνέβαιναν καθημερινά στο σπίτι της, αλλά ήταν πεπεισμένοι, πως δεν μπορούσαν να δώσουν μόνοι τους τη λύση. «Την απειλούσε, με το παραμικρό. Ότι “αν μιλήσεις, θα σε σκοτώσω, αν φύγεις, θα σε σκοτώσω”. Δηλαδή και τελικά το έκανε, ας πούμε. Γι’ αυτό έχουμε σοκαριστεί σήμερα».
Η αντίστροφη μέτρηση για το έγκλημα, ξεκίνησε- όπως πιστεύουν- από τη στάση που κράτησε η 39χρονη, όταν οι ίδιοι ενημέρωσαν την Αστυνομία. Αν είχε αντιδράσει και είχε εξομολογηθεί τα όσα ζούσε στο σπίτι, που είχε μετατραπεί σε κολαστήριο για την ίδια, ίσως σήμερα να ζούσε. «Εγώ, στη Βάσω είχα πει, όταν πήγαμε για καφέ και μας εξομολογήθηκε όλα αυτά που είχαν γίνει, της είχα πει, της λέω “αν θέλεις, τώρα ή πιο οργανωμένα να πάμε σπίτι σου να πάρεις τα παιδιά, έχω σπίτι να σε στείλω, μπορούμε να σε εξαφανίσουμε”, της λέω. “Θέλεις; Να εξαφανιστείς;”. Φοβόταν πάρα πάρα πολύ να κάνει κίνηση αυτό το κορίτσι. Και το έλεγε από τότε, ότι θα τη σκοτώσει».








