Στο δικαστικό προσκήνιο παραμένει η υπόθεση των τηλεφωνικών υποκλοπών, με τον πρώην υπουργό Χρήστο Σπίρτζη να διατυπώνει νέα ερωτήματα σχετικά με την πορεία της δικογραφίας. Ο κ. Σπίρτζης, με πρόσφατη προσφυγή του στην Εισαγγελία του Αρείου Πάγου, ζητά την ανάσυρση της υπόθεσης από το αρχείο, επικαλούμενος νέα στοιχεία που έχει προσκομίσει στις δικαστικές αρχές.
Σύμφωνα με τη δήλωσή του, στις 7 Μαΐου 2026 υπέβαλε δύο αιτήσεις στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου. Η πρώτη αφορά την ανάσυρση της υπόθεσης των υποκλοπών από το αρχείο, με σκοπό τη διερεύνηση του αδικήματος της κατασκοπείας. Η δεύτερη αίτηση ζητεί την εξαίρεση του Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, κ. Τζαβέλλα, λόγω προσωπικού κωλύματος, καθώς είχε διατελέσει αν. επόπτης Εισαγγελέας της Ε.Υ.Π., όπως αναφέρει ο ίδιος, επικαλούμενος τα άρθρα 14 και 15 του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας.
Όπως ενημερώθηκε η πληρεξούσια δικηγόρος του πρώην υπουργού, τόσο η αίτηση ανάσυρσης όσο και η αίτηση εξαίρεσης έχουν ανατεθεί στον Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου, κ. Μπακέλα. Ο κ. Σπίρτζης θέτει δημόσια σειρά ερωτημάτων για τη διαδικασία που ακολουθήθηκε.
Μεταξύ αυτών, διερωτάται γιατί ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου ανέθεσε στον Αντεισαγγελέα την αίτηση που ο ίδιος κατέθεσε, αλλά δεν έπραξε το ίδιο με τα στοιχεία που είχαν διαβιβαστεί από το Μονομελές Πρωτοδικείο, επιλέγοντας να εκδώσει ο ίδιος απόφαση περί μη ανάσυρσης της υπόθεσης από το αρχείο.
Παράλληλα, ο πρώην υπουργός ρωτά για ποιο λόγο η αίτηση εξαίρεσης χρεώθηκε επίσης στον κ. Μπακέλα, όταν – όπως σημειώνει – ο λόγος εξέτασής της εκλείπει, εάν ο κ. Τζαβέλλας έχει ήδη αυτοεξαιρεθεί, ενώ τονίζει ότι η εξέταση τέτοιων αιτήσεων αποτελεί αρμοδιότητα του Δικαστικού Συμβουλίου.
Ο κ. Σπίρτζης εκφράζει την ελπίδα ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου να ενεργήσει σύμφωνα με το Σύνταγμα και τους νόμους, να μην υποκαταστήσει την αρμοδιότητα του Δικαστικού Συμβουλίου και να εξετάσει τα νέα στοιχεία που έχει καταθέσει. Όπως αναφέρει, τα εν λόγω στοιχεία περιλαμβάνουν printscreens από το κινητό του με απόρρητα emails, τα οποία – κατά τον ίδιο – καταρρίπτουν το σκεπτικό της προηγούμενης απόφασης περί μη ανάσυρσης της υπόθεσης.