Η BioNTech, πρωτοπόρος στην ανάπτυξη του πρώτου εγκεκριμένου εμβολίου mRNA κατά της COVID-19, βρίσκεται αντιμέτωπη με μια βαθιά κρίση, καθώς καταγράφει σημαντικές οικονομικές ζημίες και προχωρά σε εκτεταμένη αναδιάρθρωση. Η εταιρεία σχεδιάζει το κλείσιμο μονάδων παραγωγής στη Γερμανία και τη Σιγκαπούρη, ενώ οι ιδρυτές της, Ουγκούρ Σαχίν και Οζλέμ Τουρετσί, ετοιμάζονται να αποχωρήσουν. Περίπου 1.860 θέσεις εργασίας αναμένεται να χαθούν, καθώς η BioNTech στρέφει πλέον το ενδιαφέρον της στην ανάπτυξη θεραπειών για τον καρκίνο.
Πριν από έξι χρόνια, μια σχετικά άγνωστη γερμανική φαρμακευτική εταιρεία άλλαξε την πορεία της παγκόσμιας πανδημίας, δημιουργώντας το πρώτο εγκεκριμένο εμβόλιο mRNA κατά της COVID-19. Η BioNTech, που είχε αφιερώσει πάνω από μια δεκαετία στην έρευνα mRNA για την αντιμετώπιση του καρκίνου, συνεργάστηκε με την Pfizer για την κυκλοφορία του εμβολίου Comirnaty, σε χρόνο-ρεκόρ, αποκτώντας διεθνή αναγνώριση.
Σήμερα, η εταιρεία με έδρα το Μάιντς αντιμετωπίζει σοβαρές προκλήσεις. Μετά από καθαρές τριμηνιαίες ζημίες ύψους 532 εκατομμυρίων ευρώ, προχωρά σε περιορισμό του κόστους και σε κλείσιμο παραγωγικών μονάδων. Παράλληλα, οι ιδρυτές της, Σαχίν και Τουρετσί, προγραμματίζουν την αποχώρησή τους έως το τέλος του 2026. Η αναδιάρθρωση αυτή συνεπάγεται απώλεια εκατοντάδων θέσεων εργασίας και αλλαγή στρατηγικής κατεύθυνσης.
Από την ακμή στην παρακμή
Αναλυτές επισημαίνουν ότι η κρίση της BioNTech οφείλεται στο αναμενόμενο τέλος των υπερκερδών που προήλθαν από την πανδημία, τα οποία ανήλθαν σε δεκάδες δισεκατομμύρια ευρώ από το 2020 και μετά. Ο συνδυασμός της μείωσης της ζήτησης, του υψηλού κόστους εργασίας και ενέργειας στη Γερμανία και της γραφειοκρατίας αποκάλυψε την ευαλωτότητα ενός επιχειρηματικού μοντέλου που βασίστηκε σε ένα μόνο προϊόν.
Η εταιρεία αναμένει «χαμηλότερα έσοδα από τα εμβόλια κατά της COVID-19 σε σύγκριση με το 2025», καθώς οι πωλήσεις μειώνονται τόσο στην Ευρώπη όσο και στις Ηνωμένες Πολιτείες. Οι αναλυτές υπογραμμίζουν ότι η BioNTech δημιούργησε υπερβολικά μεγάλη παραγωγική ικανότητα κατά τη διάρκεια της πανδημίας, με αποτέλεσμα να έχει σήμερα αδρανείς εγκαταστάσεις. Ως εκ τούτου, η παραγωγή που σχετίζεται με τον κορονοϊό θα μεταφερθεί στην Pfizer.
Η BioNTech είχε επωφεληθεί και από κρατική στήριξη στη Γερμανία, ύψους εκατοντάδων εκατομμυρίων ευρώ, τόσο για την έρευνα κατά του καρκίνου όσο και για την επιτάχυνση του προγράμματος εμβολίων της.
Η διαμάχη με την CureVac
Νέες εντάσεις προκάλεσε η εξαγορά της ανταγωνίστριας CureVac, ύψους 1,25 δισεκατομμυρίων δολαρίων, τον Δεκέμβριο του 2025. Η CureVac, που είχε αναπτύξει δικό της εμβόλιο για τον κορονοϊό χωρίς επιτυχία, είχε μηνύσει την BioNTech και την Pfizer το 2022, ισχυριζόμενη παραβίαση διπλωμάτων ευρεσιτεχνίας mRNA. Με την εξαγορά, η BioNTech εξασφάλισε τα δικαιώματα της CureVac και έθεσε τέλος στις δικαστικές διαμάχες.
Ωστόσο, η αναδιάρθρωση έπληξε και το πρώην εργοστάσιο της CureVac στο Τύμπινγκεν. Ο δήμαρχος της πόλης, Μπόρις Πάλμερ, χαρακτήρισε το κλείσιμο «βαρύ πλήγμα» για τους «πολλούς άκρως εξειδικευμένους υπαλλήλους» της περιοχής. Το συνδικάτο IG BCE επέκρινε την απόφαση ως αποτέλεσμα «βραχυπρόθεσμων οικονομικών λόγων», ενώ το τοπικό εμπορικό επιμελητήριο προειδοποίησε ότι «η τεχνολογική τεχνογνωσία θα χαθεί» εξαιτίας του κλεισίματος.
Μέλλον χωρίς τους οραματιστές της
Οι Σαχίν και Τουρετσί, που ανακοίνωσαν πως θα αποχωρήσουν έως το τέλος του 2026 για να ιδρύσουν νέα βιοτεχνολογική εταιρεία, υπήρξαν η κινητήρια δύναμη πίσω από την επιτυχία της BioNTech. Μετά την ανακοίνωση της αποχώρησής τους, η μετοχή της εταιρείας υποχώρησε κατά περίπου 18%, ενώ η επενδυτική τράπεζα Leerink Partners εξέφρασε αμφιβολίες για το αν η BioNTech μπορεί να διατηρήσει το καινοτόμο πλεονέκτημά της χωρίς αυτούς.
Η BioNTech επικεντρώνεται πλέον σε θεραπείες καρκίνου σε προχωρημένο στάδιο, όπως για τον καρκίνο του μαστού και του πνεύμονα. Ο Σαχίν δήλωσε ότι η εταιρεία «θα συνεχίσει να επικεντρώνεται στην επιτάχυνση των βασικών στρατηγικών μας προγραμμάτων, καθώς παραμένουμε σταθεροί στο όραμά μας να μετατρέψουμε την επιστήμη μας σε επιβίωση για τους ασθενείς που ζουν με καρκίνο».
Πηγή: Deutsche Welle







