Νέα αρχαιολογική μελέτη ρίχνει φως στη ζωή στα σύνορα της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας, αποκαλύπτοντας κοινωνικές και βιολογικές πτυχές των πληθυσμών που έζησαν στη νότια Γερμανία μετά την πτώση της Ρώμης.

Σύμφωνα με δημοσίευμα του Live Science, ο Joachim Burger του Πανεπιστημίου Johannes Gutenberg του Μάιντς και η ερευνητική του ομάδα εξέτασαν περισσότερα από 250 ανθρώπινα λείψανα ατόμων που έζησαν μεταξύ 400 και 700 μ.Χ., στην περιοχή που αποτελούσε τότε τα βόρεια σύνορα της Αυτοκρατορίας.

Οι επιστήμονες πραγματοποίησαν αναλύσεις DNA και ισοτόπων στροντίου, συγκρίνοντας τα δεδομένα με 2.500 αρχαία και 379 σύγχρονα γονιδιώματα. Τα αποτελέσματα δείχνουν ότι πολλοί άνθρωποι της εποχής ζούσαν σε συνθήκες μονογαμίας, ενώ περίπου το ένα τέταρτο των παιδιών είχε χάσει τουλάχιστον έναν γονέα πριν κλείσει τα δέκα χρόνια. Παράλληλα, τα περισσότερα παιδιά φαίνεται πως είχαν τουλάχιστον έναν εν ζωή παππού ή γιαγιά κατά τη γέννησή τους.

Μετά την πτώση της Ρώμης το 476 μ.Χ., η μελέτη καταδεικνύει αύξηση του προσδόκιμου ζωής, το οποίο έφτανε τα 43,3 έτη για τους άνδρες και τα 39,8 για τις γυναίκες. Η χαμηλότερη διάρκεια ζωής των γυναικών αποδίδεται στους κινδύνους της γέννας, ενώ η γενικότερη βελτίωση πιθανόν να συνδέεται με τη μείωση των πολεμικών συγκρούσεων στην περιοχή.

Οι ερευνητές διαπίστωσαν επίσης ότι στα τέλη του 5ου αιώνα, μετά την κατάρρευση της Αυτοκρατορίας, πληθυσμοί από τη βόρεια Ευρώπη αναμείχθηκαν με ποικίλες ρωμαϊκές επαρχιακές ομάδες, καθώς οι άνθρωποι μετακινούνταν προς τον βορρά, μακριά από τα πρώην ρωμαϊκά εδάφη. Μέχρι τον 7ο αιώνα, ο πληθυσμός της περιοχής είχε αποκτήσει γενετικά χαρακτηριστικά παρόμοια με εκείνα των σημερινών Κεντροευρωπαίων.

Η πλήρης επιστημονική δημοσίευση βρίσκεται στο περιοδικό Nature.