Τα τελευταία χρόνια, διεθνείς έρευνες έχουν αποκαλύψει καλά οργανωμένα κυκλώματα που διοχετεύουν πλαστά έργα τέχνης στην αγορά, προκαλώντας σοβαρές οικονομικές απώλειες και πλήττοντας την αξιοπιστία της τέχνης. Σε αρκετές περιπτώσεις, πίνακες που αποδίδονταν σε διάσημους δημιουργούς αποδείχθηκαν τελικά προϊόντα επιδέξιων πλαστογράφων, οι οποίοι εκμεταλλεύτηκαν κενά στην πιστοποίηση και την καταγραφή της προέλευσης των έργων.

Σύμφωνα με τον ζωγράφο και κοσμήτορα της Σχολής Καλών Τεχνών του ΑΠΘ, Λάμπρο Ψυρράκη, η παραβατικότητα στον χώρο της τέχνης δεν αποτελεί νέο φαινόμενο. Όπως επισημαίνει στο ThessPost.gr, όπου διακινούνται μεγάλα χρηματικά ποσά —συχνά για επενδυτικούς λόγους— δημιουργούνται ευκαιρίες για εξαπάτηση. Ωστόσο, στην ελληνική πραγματικότητα τα περισσότερα πλαστά έργα είναι κακής ποιότητας και μπορούν να αναγνωριστούν σχετικά εύκολα από έναν γνώστη.

Υπόθεση με εκατοντάδες ύποπτα έργα

Το ζήτημα των πλαστών έργων τέχνης επανήλθε πρόσφατα στην επικαιρότητα έπειτα από την υπόθεση του γνωστού γκαλερίστα Γιώργου Τσαγκαράκη, όπου παρουσιαζόταν προς πώληση ένα Ευαγγέλιο του 1745. Ακολούθησε έρευνα από στελέχη της ΔΑΟΕ σε αποθηκευτικό χώρο του επιχειρηματία, όπου εντοπίστηκαν περισσότερα από 300 έργα που εξετάζονται ως πιθανά πλαστά. Από την πλευρά του, ο ίδιος υποστηρίζει ότι πρόκειται για αντικείμενα της προσωπικής του συλλογής.

Διαχρονικό φαινόμενο με μεγάλα οικονομικά κίνητρα

Ο κ. Ψυρράκης τονίζει ότι οι σοβαροί συλλέκτες λαμβάνουν συγκεκριμένα μέτρα προστασίας, απευθυνόμενοι σε εξειδικευμένους συμβούλους τέχνης, αναγνωρισμένες γκαλερί και, όταν είναι δυνατό, στους ίδιους τους καλλιτέχνες ή στους νόμιμους εκπροσώπους τους. Παρ’ όλα αυτά, η πλήρης ασφάλεια δεν είναι ποτέ δεδομένη, καθώς υπάρχουν περιπτώσεις ιδιαίτερα ικανών πλαστογράφων που κατάφεραν να εξαπατήσουν ακόμη και ειδικούς, κυρίως στο εξωτερικό.

Στην Ελλάδα, πάντως, όπως σημειώνει, τα περισσότερα πλαστά έργα είναι εμφανώς κακέκτυπα και απευθύνονται κυρίως σε αγοραστές που γνωρίζουν επιφανειακά τις τιμές, αλλά όχι σε βάθος το έργο του καλλιτέχνη. Συχνά παρασύρονται από μια φαινομενικά «ευκαιριακή» χαμηλή τιμή.

Στόχος κυρίως Έλληνες δημιουργοί

Οι πλαστογράφοι προσαρμόζονται στη ζήτηση κάθε χώρας. Στην ελληνική αγορά, οι απομιμήσεις αφορούν κυρίως γνωστούς Έλληνες δημιουργούς που δεν βρίσκονται πλέον στη ζωή, καθώς και διάσημους ξένους καλλιτέχνες. Επιλέγονται συνήθως ονόματα με υψηλή εμπορική αξία και τεχνοτροπία που θεωρείται σχετικά εύκολο να αναπαραχθεί.

Οι δράστες αυτών των παράνομων ενεργειών σπάνια γίνονται γνωστοί, καθώς η ανωνυμία αποτελεί βασικό στοιχείο της δράσης τους. Παρόλα αυτά, στην ιστορία της τέχνης έχουν υπάρξει και εξαιρέσεις, όπως γνωστοί πλαστογράφοι που απέκτησαν φήμη μετά την αποκάλυψη της δράσης τους.

Η δύσκολη ταυτοποίηση ενός έργου

Η διαπίστωση της γνησιότητας ενός έργου μπορεί να είναι απλή όταν πρόκειται για πρόχειρη απομίμηση. Ωστόσο, όταν το αντίγραφο είναι επιμελώς κατασκευασμένο, η διαδικασία γίνεται πολύ πιο σύνθετη. Απαιτείται μελέτη αρχειακού υλικού από ιστορικούς τέχνης, ενώ σε ορισμένες περιπτώσεις χρειάζεται και η συμβολή φυσικών και χημικών επιστημόνων, με τη χρήση εξειδικευμένων εργαστηριακών μεθόδων.

Η διαδικασία αυτή είναι ιδιαίτερα δαπανηρή και εφαρμόζεται κυρίως όταν τα ποσά που διακυβεύονται είναι υψηλά, όπως σε περιπτώσεις που εμπλέκονται μουσεία ή μεγάλοι συλλέκτες.

Η σημασία της προέλευσης και των πιστοποιητικών

Καθοριστικό ρόλο στην αποφυγή εξαπάτησης παίζει η προέλευση του έργου και η ύπαρξη πιστοποιητικών γνησιότητας. Ο κ. Ψυρράκης επισημαίνει ότι η ασφαλέστερη οδός είναι η αγορά έργων μέσω αξιόπιστων οίκων δημοπρασιών ή αναγνωρισμένων αιθουσών τέχνης, που μπορούν να εγγυηθούν τη διαδρομή και την αυθεντικότητα ενός έργου.

Παράλληλα, στη Θεσσαλονίκη πραγματοποιήθηκαν τα προηγούμενα χρόνια εκδηλώσεις και εκθέσεις αφιερωμένες στο ζήτημα της πλαστογράφησης, παρουσιάζοντας σύγχρονες τεχνικές ανίχνευσης πλαστών έργων και τη συμβολή της επιστήμης στη διαλεύκανση τέτοιων υποθέσεων.

Ποιοι αγοράζουν τα πλαστά έργα

Ένα ακόμη ερώτημα αφορά το προφίλ των αγοραστών. Όπως επισημαίνεται, το επίπεδο γνώσεων και εμπειρίας κάθε συλλέκτη παίζει καθοριστικό ρόλο. Οι περισσότεροι πραγματικοί φιλότεχνοι δεν αντιμετωπίζουν την τέχνη ως απλό καταναλωτικό προϊόν, γεγονός που τους κάνει πιο προσεκτικούς στις επιλογές τους.

Το φαινόμενο της πλαστογράφησης έργων τέχνης εξακολουθεί να αποτελεί μια υπόγεια αλλά ιδιαίτερα επικερδή δραστηριότητα, με τις αρχές και τους ειδικούς να τονίζουν ότι η ενημέρωση και η προσεκτική πιστοποίηση παραμένουν τα πιο αποτελεσματικά μέσα προστασίας για συλλέκτες και επενδυτές.