Για πάνω από πέντε δεκαετίες, οι πετρελαιοπαραγωγικές χώρες του Κόλπου προέβαλλαν τον ρόλο τους ως σταθεροί και αξιόπιστοι προμηθευτές χαμηλού κόστους ενέργειας. Ο τρίτος πόλεμος στην περιοχή, που βρίσκεται ήδη στην πέμπτη εβδομάδα του, ανέτρεψε αυτή την εικόνα. Με τα Στενά του Ορμούζ σε μεγάλο βαθμό αποκλεισμένα, σημαντικό μέρος της παγκόσμιας προσφοράς πετρελαίου δεν φτάνει στις διεθνείς αγορές, ενώ όλα τα κράτη του Κόλπου έχουν περιορίσει την παραγωγή τους και βλέπουν τα έσοδα από εξαγωγές να μειώνονται.

Το Ιράν, ωστόσο, ακολουθεί διαφορετική πορεία. Παρά τους αμερικανικούς και ισραηλινούς βομβαρδισμούς που ξεκίνησαν στις 28 Φεβρουαρίου, τα δεξαμενόπλοιά του συνεχίζουν να κινούνται στην περιοχή και τα ημερήσια έσοδα από τις πωλήσεις πετρελαίου έχουν σχεδόν διπλασιαστεί σε σχέση με τα επίπεδα πριν από την έναρξη των επιθέσεων. Αν και η χώρα δέχεται ισχυρή πίεση στα πεδία των μαχών, φαίνεται να κερδίζει στο μέτωπο της ενέργειας.

Αύξηση εξαγωγών έως 2,8 εκατ. βαρέλια ημερησίως

Η εκτίμηση του ακριβούς όγκου εξαγωγών παραμένει δύσκολη, καθώς η Τεχεράνη χρησιμοποιεί ολοένα πιο μυστικές μεθόδους μεταφοράς. Οι δορυφορικές εικόνες της περιοχής δεν είναι πλέον διαθέσιμες από αρκετούς εμπορικούς παρόχους, ενώ η ηλεκτρονική παρεμβολή δημιουργεί «ομίχλη» πληροφοριών στον Κόλπο. Πηγή με γνώση των στοιχείων που μίλησε στο Economist υπό καθεστώς ανωνυμίας αναφέρει ότι το Ιράν εξάγει σήμερα 2,4 έως 2,8 εκατ. βαρέλια πετρελαίου και προϊόντων ημερησίως, εκ των οποίων 1,5 έως 1,8 εκατ. βαρέλια αφορούν αργό πετρέλαιο. Πρόκειται για ποσότητα αντίστοιχη ή και μεγαλύτερη από τον μέσο όρο της περασμένης χρονιάς, με σημαντικά υψηλότερες τιμές πώλησης.

Το ιρανικό σύστημα εξαγωγών έχει προσαρμοστεί ώστε να αντέχει στρατιωτικά πλήγματα και οικονομικές κυρώσεις. Μεγάλο μέρος των εσόδων καταλήγει στους Φρουρούς της Ισλαμικής Επανάστασης (IRGC), ενώ η Κίνα διαδραματίζει ενεργό ρόλο στη διατήρηση της ροής χρημάτων. Σημαντικό τμήμα των οικονομικών αποθεμάτων του Ιράν βρίσκεται σε ασιατικές αγορές, εκτός εμβέλειας των ισραηλινών επιθέσεων.

Το δίκτυο εξαγωγών και ο ρόλος των Φρουρών

Η ιρανική πετρελαϊκή δραστηριότητα βασίζεται σε τρεις πυλώνες: το δίκτυο πωλήσεων, τις μεταφορές και ένα παράλληλο σύστημα χρηματοοικονομικών συναλλαγών. Αν και επισήμως οι εξαγωγές πραγματοποιούνται μέσω της κρατικής National Iranian Oil Company (NIOC), στην πράξη διαφορετικές κρατικές και παρακρατικές δομές λαμβάνουν ποσότητες πετρελαίου για διάθεση στην αγορά. Υπουργεία, αστυνομικές υπηρεσίες και θρησκευτικά ιδρύματα συμμετέχουν στο σύστημα, με περίπου 20 ισχυρούς επιχειρηματίες να διαχειρίζονται τα δίκτυα μετατροπής πετρελαίου σε μετρητά.

Πολλοί από αυτούς διατηρούν στενές σχέσεις με τους Φρουρούς της Επανάστασης. Σύμφωνα με στοιχεία της εταιρείας παρακολούθησης πλοίων Vortexa, η στρατιωτική οργάνωση βρίσκεται πίσω από σημαντικό μέρος της πρόσφατης αύξησης των εξαγωγών. Η διεθνής μονάδα Quds Force ελέγχει περίπου το 25% της παραγωγής αργού πετρελαίου της χώρας, ενώ η αποκεντρωμένη δομή του δικτύου καθιστά δύσκολη την αποδυνάμωσή του μέσω στρατιωτικών επιθέσεων.

Κατά τη διάρκεια του πολέμου, οι Φρουροί της Επανάστασης ενίσχυσαν τον έλεγχό τους και στον τομέα των μεταφορών. Εταιρείες που συνδέονται με το στρατιωτικό συγκρότημα Khatam al-Anbiya συντονίζουν μεγάλο μέρος των θαλάσσιων logistics σε συνεργασία με την NIOC. Μεταξύ αυτών συγκαταλέγονται οι Sahand, Sahara Thunder, Pasargad, Admiral και Persian Gulf Petrochemical Company, οι οποίες βρίσκονται υπό αμερικανικές κυρώσεις λόγω της λειτουργίας τους ως εταιρείες-βιτρίνες.

Οι ιρανικές αρχές λαμβάνουν αυξημένα μέτρα ασφαλείας για την προστασία των δεξαμενόπλοιων, των οποίων το φορτίο μπορεί να φτάνει σε αξία τα 150 έως 200 εκατ. δολάρια. Στο νησί Χαργκ, απ’ όπου αναχωρεί περίπου το 90% των εξαγωγών αργού πετρελαίου, έχουν τεθεί σε εφαρμογή διαδικασίες έκτακτης διαφυγής για τα πλοία σε περίπτωση επίθεσης. Παράλληλα, μικρότερα τερματικά όπως τα Γιασκ, Λαβάν και Σίρι αυξάνουν τα αποθέματα και μπορούν να αναλάβουν μέρος των εξαγωγών εάν χρειαστεί.

Ασφαλής διέλευση και πρακτικές απόκρυψης

Καθώς τα πλοία πλησιάζουν τα Στενά του Ορμούζ, λαμβάνουν ειδικό κωδικό ασφαλείας από τις ιρανικές αρχές. Μικρά σκάφη των Φρουρών της Επανάστασης συνοδεύουν συχνά τα δεξαμενόπλοια μέσα από στενές θαλάσσιες διαδρομές κοντά στις ιρανικές ακτές. Σύμφωνα με ναυτιλιακές πηγές, ορισμένα πλοία καταβάλλουν διόδια εκατομμυρίων δολαρίων για ασφαλή διέλευση.

Παρά την πρόσφατη απόφαση των ΗΠΑ να χαλαρώσουν τις κυρώσεις για περίπου 150 εκατ. βαρέλια ιρανικού πετρελαίου που βρίσκονται ήδη στη θάλασσα, τα δεξαμενόπλοια εξακολουθούν να χρησιμοποιούν πρακτικές απόκρυψης της προέλευσης του φορτίου. Μεταξύ αυτών περιλαμβάνονται παραποίηση εγγράφων και παραπλανητικά σήματα εντοπισμού, ενώ συχνά πραγματοποιούνται μεταφορτώσεις πετρελαίου σε διεθνή ύδατα κοντά στη Μαλαισία ή τη Σιγκαπούρη πριν το φορτίο συνεχίσει προς τον τελικό προορισμό.

Η Κίνα ως βασικός αγοραστής

Ο κύριος αγοραστής παραμένει η Κίνα, η οποία απορροφά πάνω από το 90% των ιρανικών εξαγωγών. Το πετρέλαιο καταλήγει κυρίως σε περίπου 100 μικρά ανεξάρτητα διυλιστήρια στην επαρχία Σαντόγκ, γνωστά ως teapot refineries. Αν και επισήμως λειτουργούν ανεξάρτητα από τους μεγάλους κρατικούς ενεργειακούς ομίλους της Κίνας, υπάρχουν ενδείξεις συνεργασίας μέσω κοινών επενδυτικών σχημάτων.

Πριν από τον πόλεμο, οι κινεζικές εταιρείες αγόραζαν ιρανικό πετρέλαιο με έκπτωση 18 έως 24 δολάρια ανά βαρέλι σε σχέση με το Brent. Με τη μείωση των προμηθειών από άλλες χώρες του Κόλπου, η έκπτωση περιορίστηκε στα 7 έως 12 δολάρια. Η τιμή Brent ανέβηκε σημαντικά, με τα συμβόλαια μελλοντικής παράδοσης ιρανικού πετρελαίου να φτάνουν τα 104 δολάρια ανά βαρέλι — περίπου 75% υψηλότερα από πριν τον πόλεμο.

Παράλληλο χρηματοοικονομικό δίκτυο

Το οικονομικό δίκτυο που στηρίζει τις συναλλαγές βασίζεται σε λογαριασμούς εμπιστευτικής διαχείρισης σε μικρές κινεζικές τράπεζες ή στο Χονγκ Κονγκ, στο όνομα εταιρειών-κελυφών. Τα κεφάλαια κινούνται μέσω πολλών ενδιάμεσων λογαριασμών σε διάφορες χώρες, επιτρέποντας στο Ιράν να πραγματοποιεί εισαγωγές και να διοχετεύει χρήματα σε διεθνείς αγορές. Σύμφωνα με διαθέσιμα στοιχεία, εταιρείες που χρησιμοποιούνται για τη μεταφορά εσόδων από πετρέλαιο έχουν συναλλαγές με βιομηχανίες πλαστικών στην Ινδία, το Καζακστάν και την Τουρκία.

Το δίκτυο αυτό λειτουργεί ως ανεπίσημο τραπεζικό σύστημα, ελεγχόμενο από εταιρείες που συνδέονται με το ιρανικό υπουργείο Άμυνας ή τους Φρουρούς της Επανάστασης. Η μεγάλη διασπορά λογαριασμών, που αριθμούν χιλιάδες, επιτρέπει την απορρόφηση κραδασμών που προκαλούν οι κυρώσεις και οι στρατιωτικές επιχειρήσεις.

Η πολυπλοκότητα του συστήματος καθιστά δύσκολο τον πλήρη έλεγχο ακόμη και από την ίδια την ιρανική κεντρική τράπεζα, ενώ αυξάνει τον κίνδυνο απωλειών από ενδιάμεσους διαχειριστές. Παρά τις δυσκολίες, η ενεργειακή μηχανή της χώρας συνεχίζει να λειτουργεί και δύσκολα θα περιοριστεί, εκτός αν υπάρξουν εκτεταμένες επιθέσεις στις ενεργειακές υποδομές του Ιράν — εξέλιξη που θα μπορούσε να προκαλέσει αντίποινα κατά εγκαταστάσεων άλλων χωρών του Κόλπου.