Ο κόσμος γύρω μας αλλάζει. Το ίδιο συμβαίνει με τις καταναλωτικές μας συνήθειες, τις οποίες ακολουθούν – και ενίοτε διαμορφώνουν – οι επιχειρήσεις. Οι μόδες της εποχής, οι καταναλωτές της γενιάς Ζ που μπαίνουν όλο και πιο δυναμικά στο οικονομικό γίγνεσθαι καθώς μπαίνουν στην αγορά εργασίας και την επιχειρηματικότητα, κοινωνικές εξελίξεις και εξωγενείς παράγοντες αλλάζουν την ελληνική αγορά.

Περισσότερα σπίτια, λιγότερες οικογένειες

Σύμφωνα με τα επίσημα στοιχεία της ΕΛΣΤΑΤ, το μέγεθος των νοικοκυριών στην Ελλάδα ολοένα και συρρικνώνεται. Το μέσο μέγεθος μειώθηκε από περίπου 2,6 άτομα το 2011 σε περίπου 2,4 το 2021, ενώ ταυτόχρονα αυξάνεται ο αριθμός των νοικοκυριών, λόγω των περισσότερων μονοπρόσωπων νοικοκυριών, μονογονεϊκών οικογενειών κ.λπ..

Η τάση αυτή συνδέεται με τη γήρανση του πληθυσμού, τη χαμηλή γεννητικότητα, και κοινωνικές εξελίξεις, όπως η αύξηση των διαζυγίων. Με βάση τις δημογραφικές προβολές και τις στρατηγικές πολιτικής έως το 2030, η τάση συρρίκνωσης των νοικοκυριών και η αύξηση των μονομελών αναμένεται να συνεχιστεί.

Η παραπάνω εξέλιξη έχει συνέπειες σε διάφορους τομείς της αγοράς. Πρώτον, αυξάνεται η ζήτηση κατοικίας, γεγονός που «σπρώχνει» τις τιμές των ακινήτων προς τα πάνω, είτε πρόκειται για ενοικίαση, είτε πρόκειται για αγορά. Ταυτόχρονα, τα περισσότερα σπίτια φέρνουν και μεγαλύτερη ζήτηση για οικιακές συσκευές, έπιπλα και λοιπά απαραίτητα αγαθά για ένα σπίτι.

Οι συνέπειες είναι σαφείς και στην αγορά εργασίας, όπου παρατηρείται ιδιαίτερη στενότητα (προσφορά που δεν ανταποκρίνεται στη ζήτηση) σε τεχνικά επαγγέλματα (μαραγκοί, υδραυλικοί, ηλεκτρολόγοι), που φέρνει και άνοδο των τιμών για αυτές τις υπηρεσίες. Το ίδιο φαινόμενο παρατηρείται και στη ζήτηση για οικιακές βοηθούς, αλλά και στις υπηρεσίες φροντίδας, ειδικά για τους ηλικιωμένους, που αυξάνονται σε αριθμό.

Ταυτόχρονα, όλο και συχνότερη είναι η παρουσία κατοικίδιων ζώων στα νοικοκυριά. Άλλωστε, δεν είναι λίγα τα νέα ζευγάρια ή μονομελή νοικοκυριά που βλέπουν τα κατοικίδια ως «παιδιά». Η φροντίδα τους, άλλωστε, απαιτεί σημαντικά ποσά μηνιαίως για τροφή, ιατροφαρμακευτική περίθαλψη κ.λπ., με την οικονομία των κατοικίδιων ζώων να εκτιμάται περίπου στα 550 εκατ. ευρώ ετησίως.

Αυτό το φαινόμενο έχει φέρει σημαντική αύξηση στα καταστήματα pet shop, ενώ πλέον στα σούπερ-μάρκετ υπάρχουν ειδικά αφιερωμένοι διάδρομοι. Ταυτόχρονα, αρκετές εταιρείες έχουν αλλάξει προσανατολισμό, προσαρμόζοντας τα προϊόντα τους για κατοικίδια. Για παράδειγμα, επιχείρηση με είδη υγιεινής για βρέφη πρόσφατα λάνσαρε νέα προϊόντα (υγρά μαντηλάκια, επιδαπέδια στρωματάκια-πάνες κ.ά) για κατοικίδια.

Βέβαια, τα φαινόμενα αυτά φέρνουν εξελίξεις και από την… ανάποδη, καθώς αυξάνονται τα καταστήματα εστίασης και τα ξενοδοχεία που δεν δέχονται μικρά παιδιά και μωρά στους χώρους τους, ώστε οι πελάτες τους να μην ενοχλούνται από παιδικές φωνές και σχετικές οχλήσεις. Η ίδια πολιτική ακολουθείται ορισμένες φορές και για κατοικίδια.

Υγιεινή ζωή και ευεξία

Άλλη τάση που επηρεάζει σημαντικά την ελληνική αγορά είναι η μεγαλύτερη δημοφιλία προϊόντων και υπηρεσιών που προωθούν την υγιεινή ζωή και την ευεξία. Το γυμναστήριο αποτελεί πλέον σημαντικό μέρος της καθημερινότητας πολλών Ελλήνων, ενώ οι αγώνες δρόμου έχουν γίνει πολύ συχνότεροι, ειδικά στην Αθήνα. Εξάλλου, τα smartwatches και λοιπά wearables ευεξίας αποτελούν απαραίτητο «gadget» για ολοένα και περισσότερους.

Παράλληλα, οι υγιεινές λύσεις στη διατροφή έχουν αναδειχθεί σε σημείο αναφοράς. Εστιατόρια αλλάζουν τα μενού τους για να προσφέρουν υγιεινές επιλογές, ενώ διασφαλίζουν πιάτα που είναι κατάλληλα για διατροφικές ρουτίνες όπως η χορτοφαγία και ο βιγκανισμός. Δεν είναι λίγα, άλλωστε, τα καταστήματα εστίασης που ανοίγουν και βάζουν στο επίκεντρο την υγιεινή διατροφή, κυρίως μέσω ταχυδιανομής (delivery).

Η ραγδαία αύξηση των υπηρεσιών ταχυδιανομής, που έχει κορυφωθεί από την εποχή της πανδημίας και συνεχίζεται διαρκώς, έρχεται βέβαια σε αντιπαράθεση με την τάση για υγιεινή διατροφή και ευεξία. Ενώ υπάρχει ολοένα μεγαλύτερη ζήτηση για υγιεινά προϊόντα διατροφής, οι Έλληνες τρώμε λιγότερο σπιτικό φαγητό – κάτι που συνδέεται βεβαίως με δημογραφικές και κοινωνικές αλλαγές που αναλύονται παραπάνω.

Τέλος, η τάση για ευεξία έχει αυξήσει την κατανάλωση των φαρμακευτικών και παραφαρμακευτικών προϊόντων. Στοιχεία της ΕΛΣΤΑΤ και του ΟΟΣΑ δείχνουν ότι η κατανάλωση φαρμακευτικών και παραφαρμακευτικών προϊόντων στην Ελλάδα ακολουθεί ανοδική τάση τα τελευταία χρόνια, κυρίως σε όρους δαπάνης και ιδίως μετά την πανδημία. Παράλληλα, μεγάλο μέρος του πληθυσμού κάνει συστηματική χρήση τόσο συνταγογραφούμενων όσο και μη συνταγογραφούμενων σκευασμάτων, ενώ η χώρα εξακολουθεί να καταγράφει από τα υψηλότερα ποσοστά ιδιωτικής συμμετοχής στην Ευρώπη.