Με την έναρξη της επίθεσης Ηνωμένων Πολιτειών και Ισραήλ κατά του Ιράν, η Τουρκία επιχείρησε να παίξει ένα χαρτί το οποίο έχει δοκιμάσει πολλάκις σε συνθήκες κρίσης – από την εποχή του Κεμάλ Ατατούρκ ως τον πόλεμο στην Ουκρανία: Να εμφανιστεί «ουδέτερη», που θέλει να τα έχει καλά με όλους, έτσι ώστε να κάνει μπίζνες με όλους και να διεκδικεί ανταλλάγματα από όλους.

Αυτό ουσιαστικά υποδηλώνει το μήνυμα που θέλησε να στείλει ο Ταγίπ Ερντογάν προς βουλευτές του κόμματός του το βράδυ της Τρίτης, σε δείπνο που είχε μαζί τους στο πλαίσιο του Ραμαζανιού – έστω και αν η πρώτη φράση του μοιάζει παραπλανητική.

«Δεν είμαστε ποτέ ουδέτεροι σε ζητήματα που επηρεάζουν την περιοχή μας και την ανθρωπότητα. Στεκόμαστε στο πλευρό της ειρήνης και της σταθερότητας, όχι της σύγκρουσης. Υποστηρίζουμε τον διάλογο, τη διπλωματία, τη δικαιοσύνη και τη συνεργασία. Στεκόμαστε μαζί με εκείνους που είναι κατά των σκοτωμών, της καταπίεσης, της ληστείας και όλων των ενεργειών που προσβάλουν την ανθρώπινη αξιοπρέπεια», είπε.

Όπως συνηθίζει, ο πρόεδρος της Τουρκίας επιχείρησε να αφήσει ανοιχτή κάθε ερμηνεία. Θα μπορούσε, για παράδειγμα, να ισχυριστεί κανείς ότι καταδικάζει εμμέσως πλην σαφώς τους βομβαρδισμούς κατά του Ιράν – κάτι που θα ανέβαζε τις μετοχές του όχι μόνο έναντι του ίδιου, αλλά και των μεγάλων υποστηρικτών του, Ρωσίας και Κίνας.

Από την άλλη, τα λόγια του θα μπορούσαν άνετα να θεωρηθούν και ως αιχμή σε βάρος του καταπιεστικού καθεστώτος της Τεχεράνης, άρα και ως «πλάγια» στήριξη της αμερικανοϊσραηλινής επίθεσης – κάτι που θα έκανε τον Ντόναλντ Τραμπ να τον αποκαλέσει πάλι «πολύτιμο φίλο», ενώ θα του άνοιγε διαύλους επικοινωνίας και με τον Μπένιαμιν Νετανιάχου.

Όταν μιλάει η οικονομία

Το γεωπολιτικό-διπλωματικό «σπαγκάτο», όμως, δεν μπορεί να κρατήσει για πολύ. Και σε αυτό, πέρα από τους όποιους υπολογισμούς του Ερντογάν, καταλυτικό ρόλο παίζουν οι αμείλικτοι αριθμοί, που έχουν να κάνουν πρωτίστως με την οικονομία.

Αυτοί οι αριθμοί είναι που έκαναν τον Τούρκο υπουργό Εξωτερικών και πρώην επικεφαλής της ΜΙΤ, Χακάν Φιντάν, να επικρίνει τα πλήγματα του Ιράν κατά των κρατών του Κόλπου. Και μάλιστα με σκληρή γλώσσα, καθώς έκανε λόγο για «απίστευτα λανθασμένη στρατηγική».

Η εξήγηση είναι απλή: Οι τουρκικές επιχειρήσεις – κατασκευαστικές, ενεργειακές και άλλες – έχουν καταστρώσει μεγαλεπήβολα σχέδια για την περιοχή, τα οποία πλέον κινδυνεύουν σοβαρά. Δεν είναι κρυφό ότι ορισμένες από αυτές δεν δίστασαν να ποντάρουν τη μελλοντική τους κερδοφορία στη συνεργασία με τα καθεστώτα της Σ. Αραβίας, των ΗΑΕ, του Κατάρ και των άλλων μοναρχιών, τα οποία πλήττονται καθημερινά από τους πυραύλους και τα drones της Τεχεράνης.

Έτσι, μπροστά στην απειλή ενός οικονομικού «κραχ» σε αυτά, που θα ισοδυναμεί και με πρόωρη χρεοκοπία των επενδύσεών τους, θα προτιμήσουν ακόμη και να «θυσιάσουν» τη συμμαχία με το Ιράν, με ό,τι κι αν αυτό συνεπάγεται.

Ούτε αυτή η επιλογή, φυσικά, στερείται κινδύνων. Ένας από αυτούς έχει να κάνει με τους Κούρδους: τη στιγμή που η Άγκυρα θεωρούσε πως έχει ξεμπερδέψει μια και καλή μαζί τους, μετά τη συμφωνία με το ΡΚΚ και την ήττα των όμορων με αυτό οργανώσεων στη Συρία, τώρα βλέπει τον ρόλο τους να αναβαθμίζεται εκ νέου, με βάση τα σενάρια που θέλουν ΗΠΑ και Ισραήλ να τους εκχωρούν σημαντικό ρόλο στην αποσταθεροποίηση του καθεστώτος της Τεχεράνης.

Μια τέτοια εξέλιξη, όμως, εγκυμονεί μια θανάσιμη απειλή: την αναβίωση του εθνικιστικού τους φρονήματος, ειδικά στην περίπτωση που καταφέρουν να θέσουν υπό τον έλεγχό τους εκείνα τα εδάφη του Ιράν στα οποία αποτελούν την πλειοψηφία του πληθυσμού. Κι αυτό διότι, σε συνδυασμό με τις αυτόνομες περιοχές του Ιρακινού Κουρδιστάν, θα μπορούσαν να θεωρηθούν και ως πρόπλασμα ενός μελλοντικού κουρδικού κράτους.

Φρεγάτες, F-16, Patriot…

Τέλος, αλλά σίγουρα όχι τελευταίο σε σημασία, υπάρχει μια ακόμη πλευρά που απασχολεί την Άγκυρα: η νέα «εξίσωση» που έχει προκύψει μετά το περασμένο Σάββατο, όταν Τραμπ και Νετανιάχου δολοφόνησαν τον Αγιατολάχ Χαμενεΐ μαζί με άλλα κορυφαία στελέχη του Ιράν, ανοίγοντας το Κουτί της Πανδώρας, περιλαμβάνει αναμφίβολα και τα ελληνοτουρκικά.

Ξαφνικά λοιπόν, ο Ερντογάν βρέθηκε μπροστά σε μια νέα πραγματικότητα: Στο φόντο του πολέμου και στο όνομα της προστασίας της Κύπρου και του ανατολικού άκρου της ελληνικής επικράτειας, η Αθήνα – με την «ομπρέλα» τόσο της ΕΕ όσο και των ΗΠΑ – ανέπτυξε φρεγάτες, μαχητικά αεροσκάφη και αντιαεροπορικά συστήματα σε σημεία που, μέχρι πριν από λίγο καιρό, είναι σχεδόν βέβαιο ότι η παρουσία τους θα προκαλούσε έντονες αντιδράσεις, αν όχι «θερμό επεισόδιο».

Με βάση τα παραπάνω, η αντίδρασή του πρέπει να θεωρείται μονόδρομος: Η Τουρκία θα σπεύσει επίσης να ενισχύσει τη δική της στρατιωτική παρουσία στην περιοχή – έστω και αν δεν επιβεβαιωθεί ότι ο ιρανικός πύραυλος που καταρρίφθηκε είχε στόχο το έδαφός της. Και θα πολλαπλασιάσει, επίσης, τις διπλωματικές της πρωτοβουλίες και τις παρεμβάσεις της σε όλα τα μέτωπα.

Και μετά, τι;

Μέχρις εδώ όλα υπό έλεγχο, θα μπορούσε να ισχυριστεί κανείς. Μετά, όμως; Τι θα γίνει όταν, κάποια στιγμή, τα όπλα σιγήσουν στο Ιράν, η αμερικανική αρμάδα αποχωρήσει και τα ευρωπαϊκά πλοία και αεροπλάνα επιστρέψουν στις βάσεις τους; Όταν θα δείχνει να έχει διαμορφωθεί ντε φάκτο μια νέα ισορροπία δυνάμεων μεταξύ Ελλάδας και Τουρκίας στη ΝΑ Μεσόγειο;

Τότε, πολύ απλά, μια νέα διμερής κρίση θα είναι προ των πυλών. Στην αναμπουμπούλα, άλλωστε, πολλοί χαίρονται…