Η απόφαση της Δικαιοσύνης για την υπόθεση των υποκλοπών μέσω του Predator αναμένεται να ανακοινωθεί σήμερα το πρωί από τον πρόεδρο του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου. Ενώπιον του δικαστηρίου δικάζονται τέσσερις εκπρόσωποι εταιρειών που φέρονται να συνδέονται με το παράνομο κατασκοπευτικό λογισμικό. Πέντε μήνες μετά την έναρξη της δίκης, ο πρόεδρος του δικαστηρίου Νίκος Ασκιανάκης θα εκδώσει την ετυμηγορία του για τους τέσσερις κατηγορούμενους επιχειρηματίες, δίνοντας ποινική απάντηση σε μια υπόθεση που προκάλεσε έντονες πολιτικές αντιπαραθέσεις.

Κατηγορούμενοι για παραβίαση προσωπικών δεδομένων και του απορρήτου των επικοινωνιών μέσω του Predator είναι οι Γιάννης Λαβράνος, Φέλιξ Μπίτζιος και το ζεύγος Ταλ Τζόναθαν Ντίλιαν και Σάρα Αλεξάνδρα Χάμου. Οι κατηγορίες αφορούν επέμβαση σε σύστημα αρχειοθέτησης δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα, παραβίαση του απορρήτου τηλεφωνικής επικοινωνίας και προφορικής συνομιλίας, καθώς και παράνομη πρόσβαση σε σύστημα πληροφοριών ή δεδομένα, όλες πράξεις που φέρονται να τελέστηκαν από κοινού, κατ’ εξακολούθηση, τετελεσμένες και σε απόπειρα.

Για τους τέσσερις κατηγορούμενους εφαρμόζεται αναδρομικά ο ευμενέστερος νόμος 4619/2019, ο οποίος μετέτρεψε το αδίκημα της παραβίασης του απορρήτου των επικοινωνιών από κακούργημα σε πλημμέλημα.

Σύμφωνα με το κατηγορητήριο, οι τέσσερις κατηγορούμενοι, από το καλοκαίρι του 2020 έως το τέλος του 2021, φέρονται να εγκατέστησαν το κατασκοπευτικό λογισμικό σε δύο τηλεφωνικούς αριθμούς (Άρτεμις Σίφορντ και Αθανασίου Κουκάκη) και να επιχείρησαν να το εγκαταστήσουν σε ακόμη 114 αριθμούς. Μεταξύ αυτών περιλαμβάνονται και οι αριθμοί των μηνυτών Νικόλαου Ανδρουλάκη και Χρήστου Σπίρτζη. Όπως αναφέρεται, «το έγκλημα τους δεν ολοκληρώθηκε για λόγους ανεξάρτητους από τη θέληση τους», καθώς οι αποδέκτες δεν άνοιξαν τα links-δολώματα που έλαβαν.

Οι κατηγορούμενοι δεν παρέστησαν στη δικαστική αίθουσα, εκπροσωπούμενοι από τους συνηγόρους τους, ενώ κάνοντας χρήση δικονομικού δικαιώματός τους αρνήθηκαν να απολογηθούν.

Η εισαγγελική πρόταση και οι επόμενες κινήσεις

Εφόσον ο κ. Ασκιανάκης, μετά τη μελέτη του ογκώδους υλικού της υπόθεσης, υιοθετήσει πλήρως την εισαγγελική πρόταση, οι κατηγορούμενοι αναμένεται να κηρυχθούν ένοχοι, αντιμετωπίζοντας επαυξημένες ποινές. Ο εισαγγελέας της έδρας, Δημήτρης Παυλίδης, στις 6 Φεβρουαρίου είχε προτείνει την ενοχή όλων, ζητώντας κάποιες ενέργειες που αναφέρονται ως «κατ’ εξακολούθηση» να χαρακτηριστούν «κατά συρροή».

Ο κ. Παυλίδης είχε επισημάνει ότι «είναι αδιαμφισβήτητο ότι το Predator λειτούργησε στην επικράτεια της Ελλάδας», υπογραμμίζοντας πως η υπόθεση είναι εξαιρετικά σοβαρή, καθώς παραβιάζονται «βάναυσα, προσωπικά δεδομένα». Όπως ανέφερε: «Αποτελεί απειλή για τον πυρήνα του δημοκρατικού πολιτεύματος γιατί δίνει εξουσίες σε άτομα που δεν θα έπρεπε να τις έχουν… Τυχόν χρήση του από υπηρεσίες θα πρέπει να αποτελεί ….σημείο αφύπνισης».

Ο εισαγγελικός λειτουργός είχε επιφυλαχθεί να τοποθετηθεί εκ νέου μετά την έκδοση της απόφασης, για ζητήματα που σχετίζονται με πιθανό ποινικό έλεγχο μαρτυρικών καταθέσεων και τη διαβίβαση πρακτικών στην Εισαγγελία για έρευνα τυχόν ψευδών καταθέσεων.