Οι ζωολογικοί κήποι της Ευρώπης και της Βόρειας Αμερικής βιώνουν μια αθόρυβη αλλά βαθιά δημογραφική μεταβολή: τα ζώα τους ζουν περισσότερο από ποτέ. Η βελτιωμένη κτηνιατρική φροντίδα, η ισορροπημένη διατροφή, η απουσία θηρευτών και οι ελεγχόμενες κλιματικές συνθήκες έχουν διπλασιάσει –και σε ορισμένες περιπτώσεις υπερβεί– το προσδόκιμο ζωής πολλών ειδών σε σχέση με το φυσικό τους περιβάλλον. Το αποτέλεσμα είναι μια «γηρασμένη» ζωολογική κοινότητα, με αυξανόμενο ποσοστό ηλικιωμένων ζώων και μειούμενη παρουσία νεογνών και αναπαραγωγικά ενεργών ενηλίκων.
Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελεί ο πιγκουίνος με «λωρίδα» στο πηγούνι Copperfield, που ζει στο πολικό οικοσύστημα του Faunia. Στα 42 του χρόνια, έχει ξεπεράσει κατά πολύ το προσδόκιμο ζωής του είδους του στη φύση, που κυμαίνεται μεταξύ 15 και 20 ετών, και θεωρείται ένας από τους γηραιότερους πιγκουίνους στην Ευρώπη. Αντίστοιχα, σε πάρκα όπως το Bioparc Valencia και το Bioparc Fuengirola, ιπποπόταμοι του Νείλου έχουν φτάσει τα 50 χρόνια ζωής, ενώ τίγρεις έχουν αγγίξει τα 22 έτη – ηλικίες σχεδόν αδιανόητες για άγρια ζώα που στη φύση σπάνια ξεπερνούν τη δεύτερη δεκαετία.
Η εικόνα αυτή επιβεβαιώνεται και επιστημονικά. Μελέτη που δημοσιεύθηκε στο Proceedings of the National Academy of Sciences καταγράφει ότι τα τελευταία 50 χρόνια αυξάνεται σταθερά το ποσοστό των ηλικιωμένων ζώων στους ζωολογικούς κήπους, ενώ μειώνονται τα νεαρά άτομα και οι γεννήσεις.
Η κλασική «πυραμίδα» πληθυσμού με ευρεία βάση και στενή κορυφή μετασχηματίζεται σε ρομβοειδές σχήμα: λιγότερα μικρά, περισσότεροι ηλικιωμένοι. Οι ερευνητές προειδοποιούν ότι η τάση αυτή, αν συνεχιστεί, ενδέχεται να απειλήσει τη μακροπρόθεσμη βιωσιμότητα των πληθυσμών και να δυσχεράνει τους στόχους διατήρησης απειλούμενων ειδών.
Η γήρανση δεν είναι απλώς στατιστικό φαινόμενο· έχει απτές κτηνιατρικές και λειτουργικές συνέπειες. Όπως και στους ανθρώπους, τα γηρατειά στα ζώα συνοδεύονται από εκφυλιστικές παθήσεις: αρθρίτιδα και αρθροπάθειες, εκφυλισμό οστών, καταρράκτη – ιδιαίτερα σε αιλουροειδή –, νεφρική ανεπάρκεια και αυξημένη συχνότητα καρκίνου. Σε ορισμένες περιπτώσεις απαιτούνται εξειδικευμένες επεμβάσεις: χειρουργεία καταρράκτη σε λεμούριους και άλλα είδη, οδοντιατρικές παρεμβάσεις σε ηλικιωμένους σκαντζόχοιρους ή εντατική φαρμακευτική αγωγή για μεγάλους θηλαστικούς οργανισμούς βάρους πολλών τόνων. Η διαχείριση, για παράδειγμα, ενός ιπποπόταμου 3,5 τόνων με σοβαρή αρθρίτιδα δεν συγκρίνεται με τη φροντίδα ενός μικρού κατοικίδιου· απαιτεί τεχνικές υποδομές, εκπαίδευση προσωπικού και σημαντικούς πόρους.
Το δημογραφικό αυτό βάρος μεταφράζεται και σε πίεση χώρου. Οι ζωολογικοί κήποι διαθέτουν περιορισμένες εγκαταστάσεις· όταν τα ζώα ζουν περισσότερο, καταλαμβάνουν για περισσότερα χρόνια τα ενδιαιτήματα που θα μπορούσαν να φιλοξενήσουν νέα άτομα. Έτσι, η αναπαραγωγή περιορίζεται συστηματικά. Στην Ιβηρική, οι κήποι που συμμετέχουν στην Asociación Ibérica de Zoos y Acuarios εφαρμόζουν αυστηρό έλεγχο γεννήσεων: διαχωρισμό φύλων κατά την περίοδο οίστρου, χρήση αντισυλληπτικών και αναπαραγωγή μόνο κατόπιν σύστασης του Programa Europeo de Especies en Peligro, που διαχειρίζεται τη γενετική ισορροπία των πληθυσμών σε ευρωπαϊκό επίπεδο. Η λογική είναι απλή: είδη με υψηλή αναπαραγωγική ικανότητα, όπως οι ζέβρες, θα μπορούσαν να «γεμίσουν» έναν χώρο μέσα σε λίγα χρόνια, χωρίς να υπάρχει δυνατότητα μεταφοράς όλων των νεογνών σε άλλα ιδρύματα.
Στον αντίποδα, ορισμένοι ζωολογικοί κήποι της Βόρειας Ευρώπης υιοθετούν μια διαφορετική, βαθιά αμφιλεγόμενη πρακτική: το λεγόμενο «culling», δηλαδή τη σκόπιμη θανάτωση υγιών ζώων για δημογραφικό και γενετικό έλεγχο. Η συζήτηση αναζωπυρώθηκε διεθνώς όταν στον Copenhagen Zoo θανατώθηκε η νεαρή καμηλοπάρδαλη Marius, παρά το γεγονός ότι ήταν υγιής, επειδή δεν ταίριαζε στο γενετικό πρόγραμμα αναπαραγωγής. Υποστηρικτές της πρακτικής μιλούν για «οικολογική» διαχείριση που διατηρεί ενεργούς και γενετικά ποικίλους πληθυσμούς. Αντίθετα, σε χώρες όπως η Ισπανία, η ιδέα της προληπτικής ευθανασίας υγιών ζώων θεωρείται κοινωνικά και ηθικά απαράδεκτη, με αποτέλεσμα να προτιμάται η μακροχρόνια φροντίδα μέχρι το φυσικό τέλος.
Παράλληλα, για να αντιμετωπιστούν οι περιορισμοί χώρου χωρίς να χαθεί πολύτιμο γενετικό υλικό, αναπτύσσονται τεχνικές υποβοηθούμενης αναπαραγωγής και κρυοσυντήρησης γαμετών. Σε ευρωπαϊκά προγράμματα συμμετέχουν πάρκα όπως το Bioparc Valencia, αποστέλλοντας ωοθήκες και όρχεις από τάπιρους, τίγρεις ή ύαινες σε τράπεζες γενετικού υλικού. Έτσι, ακόμη και αν ένα άτομο δεν αναπαραχθεί εν ζωή λόγω έλλειψης χώρου, τα γονίδιά του μπορούν να αξιοποιηθούν στο μέλλον για ενίσχυση πληθυσμών ή για επανεισαγωγές στη φύση.
Πέρα όμως από τη διαχείριση και τη βιοηθική, τα «γηρατειά» των ζωολογικών κήπων έχει και παιδευτική διάσταση. Η δημόσια έκθεση ηλικιωμένων ζώων με ορατά σημάδια φθοράς – μειωμένη όραση, δυσκαμψία, πιο αργές κινήσεις – φέρνει τους επισκέπτες αντιμέτωπους με τη φυσικότητα της γήρανσης και του θανάτου. Σε ορισμένα ιδρύματα, όπως το Faunia, η ηλικία και τα προβλήματα υγείας των ζώων γνωστοποιούνται στο κοινό, ενισχύοντας μια κουλτούρα διαφάνειας και κατανόησης.
Το κρίσιμο ερώτημα παραμένει ανοιχτό: μπορούν οι ζωολογικοί κήποι να ισορροπήσουν ανάμεσα στην ηθική υποχρέωση φροντίδας των ηλικιωμένων ζώων και στον διακηρυγμένο στόχο της διατήρησης απειλούμενων ειδών μέσω ενεργών, αναπαραγωγικά βιώσιμων πληθυσμών; Η απάντηση δεν είναι μονοσήμαντη. Το βέβαιο είναι ότι, όπως και στις ανθρώπινες κοινωνίες, η δημογραφική μετάβαση αλλάζει τα δεδομένα. Και στα κλουβιά, η τρίτη ηλικία διεκδικεί πλέον τον χώρο της.