Είναι ήδη γνωστό ότι η Έμεραλντ Φένελ κόβει και ράβει τα επεισόδια στα κινηματογραφικά «Ανεμοδαρμένα ύψη» προτείνοντας τη δική της σαρκική και καμπ εκδοχή, για την οποία ισχύει το «περί ορέξεως». Δεν πρόκειται καν για μεταφορά ολόκληρου του μυθιστορήματος, άλλωστε, όπως συνέβη και με προηγούμενες ταινίες. Ομολογουμένως σε ορισμένες κομβικές σκηνές τα πάει καλύτερα σε σχέση με τη γενικότερη «διάθεση» της ταινίας, που μάλλον αντλεί από το μελόδραμα, το κιτς και την όπερα ως αισθητικά στοιχεία.
Υπάρχει, ωστόσο, πάντα ο μονόλογος του Χίθκλιφ μπροστά στην Κάθριν και αυτόν η Φένελ τον αξιοποιεί επαρκώς. Αφορά άλλωστε έναν κεντρικό άξονα του μυθιστορήματος: ο έρωτας και ο αγώνας των δύο να ενωθούν τους αφήνει την ίδια στιγμή ευάλωτους και ανυπεράσπιστους. Στο δίπολο «έρωτας – θάνατος», απ’ το οποίο δεν απομακρύνονται τα καλύτερα έργα της δυτικοευρωπαϊκής λογοτεχνίας, η Κάθριν και ο Χίθκλιφ παίζουν με τη φλόγα. Ακόμη και μπροστά στο φάσμα της απώλειας ο καθένας επιθυμεί το φάντασμα του άλλου να τον στοιχειώσει. Να μην τελειώσει ποτέ αυτή η μάχη της συνείδησης ακόμη και αν αυτό συνεπάγεται τον αιώνιο πόνο.
Για τον λόγο αυτό η σκηνοθέτρια δεν μένει ασυγκίνητη μπροστά στον μονόλογο του Χίθκλιφ (ο οποίος επιβιώνει, παρεμπιπτόντως για άλλα 25 χρόνια), τον οποίο θυμίζουμε εδώ, όπως περίπου ακούγεται στην ταινία, στη μετάφραση της Αργυρώς Μαντόγλου (εκδ. Ψυχογιός): «Α, ναι, εσύ είπες πως δε σε μέλει αν υποφέρω! Κι εγώ για ένα μόνο προσεύχομαι -το επαναλαμβάνω μέχρι να μαλλιάσει η γλώσσα μου- Κάθριν Έρνσο, να μην αναπαυτείς ποτέ όσο εγώ είμαι ζωντανός! Είπες πως εγώ σε σκότωσα -στοίχειωσέ με λοιπόν, οι δολοφονημένοι στοιχιεώνουν τους φονιάδες τους. Ξέρω πως τα φαντάσματα γυρνάνε πάνω στη γη. Μείνε για πάντα κοντά μου, πάρε όποια μορφή θέλεις, τρέλανέ με! Μόνο μη με αφήσεις μονάχο σε αυτή την άβυσσο, όπου δεν μπορώ να σε βρω πουθενά! Είναι απερίγραπτο! Δεν μπορώ να ζήσω χωρίς τη ζωή μου! Δεν μπορώ να ζήσω χωρίς την ψυχή μου!»
Κι ύστερα, άρχισε να χτυπάει το κεφάλι του πάνω στο ροζιασμένο δέντρο. Σήκωσε τα μάτια του και ούρλιαξε, «όχι σαν άνθρωπος αλλά σαν άγριο ζώο που το οδηγούν στο σφαγείο». Αλλά αυτά δεν απασχολούν την ταινία.