Μια εκτεταμένη διεθνής επιστημονική συνεργασία φέρνει στο προσκήνιο ισχυρές αποδείξεις ότι οι πρώτοι σύγχρονοι άνθρωποι έφτασαν στην Αυστραλία και τη Νέα Γουινέα πριν από περίπου 60.000 χρόνια. Τα νέα γενετικά δεδομένα ενισχύουν αποφασιστικά το λεγόμενο «μακρύ χρονολόγιο» της ανθρώπινης εγκατάστασης στη Σαχούλ -την ενιαία ξηρά που σχημάτιζαν η Αυστραλία και η Νέα Γουινέα κατά την Εποχή των Παγετώνων- και φωτίζουν με μεγαλύτερη ακρίβεια τις θαλάσσιες διαδρομές που ακολούθησαν οι πρώτοι άποικοι.
Κατά τη διάρκεια της τελευταίας παγετώδους περιόδου, η στάθμη της θάλασσας ήταν χαμηλότερη, επιτρέποντας τη σύνδεση μεγάλων εκτάσεων ξηράς στη νοτιοανατολική Ασία και την Ωκεανία. Ωστόσο, ακόμη και τότε, η μετάβαση προς τη Σαχούλ απαιτούσε θαλάσσια ταξίδια, γεγονός που υποδηλώνει ότι οι πρώτοι άνθρωποι που έφτασαν εκεί διέθεταν τεχνολογικές γνώσεις, ναυτικές δεξιότητες και κοινωνική οργάνωση ικανή να υποστηρίξει επικίνδυνες υπερπόντιες μετακινήσεις.
Για δεκαετίες, η επιστημονική κοινότητα διχάζονταν ανάμεσα σε δύο βασικά σενάρια: το «μακρύ χρονολόγιο», που τοποθετεί την άφιξη πριν από περίπου 60.000 χρόνια, και το «σύντομο χρονολόγιο», που προτείνει μια πιο πρόσφατη εγκατάσταση, γύρω στα 45.000–50.000 χρόνια πριν. Η νέα έρευνα, αξιοποιώντας τη δύναμη της αρχαιογενετικής, προσφέρει μια από τις πιο καθαρές απαντήσεις μέχρι σήμερα.
Οι επιστήμονες ανέλυσαν σχεδόν 2.500 πλήρη γονιδιώματα μιτοχονδριακού DNA από πληθυσμούς Αβορίγινων της Αυστραλίας, κατοίκων της Νέας Γουινέας, καθώς και από περιοχές της Νοτιοανατολικής Ασίας και του δυτικού Ειρηνικού. Το μιτοχονδριακό DNA, το οποίο κληρονομείται αποκλειστικά από τη μητέρα, λειτουργεί ως ένα λεπτομερές αρχείο μητρικών γενεαλογιών και επιτρέπει την ανασύσταση των αρχαιότερων πληθυσμιακών διακλαδώσεων στον χρόνο.
Χρησιμοποιώντας τη λεγόμενη «μοριακή ώρα» -τον ρυθμό με τον οποίο συσσωρεύονται γενετικές μεταλλάξεις- οι ερευνητές κατάφεραν να χρονολογήσουν τις αρχαιότερες γενετικές γραμμές που απαντώνται αποκλειστικά στους αυτόχθονες πληθυσμούς της Σαχούλ. Τα αποτελέσματα έδειξαν ότι αυτές οι γραμμές ανάγονται σταθερά γύρω στα 60.000 χρόνια πριν, προσφέροντας ισχυρή στήριξη στο μακρύ χρονολόγιο.
Εξίσου αποκαλυπτικά είναι τα στοιχεία για τις διαδρομές μετανάστευσης. Η γενετική καταγωγή των αρχαιότερων πληθυσμών δείχνει προέλευση από τη Νοτιοανατολική Ασία, αλλά όχι από ένα μόνο σημείο. Η πλειονότητα των γενετικών γραμμών συνδέεται με βορειότερες περιοχές, όπως η βόρεια Ινδονησία και οι Φιλιππίνες, ενώ ένα σημαντικό ποσοστό προέρχεται από νοτιότερες περιοχές, όπως η νότια Ινδονησία, η Μαλαισία και η Ινδοκίνα. Το εύρημα αυτό υποδηλώνει ότι υπήρξαν τουλάχιστον δύο διακριτές θαλάσσιες διαδρομές προς τη Σαχούλ, οι οποίες χρησιμοποιήθηκαν σχεδόν ταυτόχρονα.
Η σημασία αυτών των συμπερασμάτων ξεπερνά τη στενή επιστημονική συζήτηση για τις χρονολογίες. Τα νέα δεδομένα εναρμονίζονται με το αρχαιολογικό και παλαιοπεριβαλλοντικό αρχείο και αναδεικνύουν το βάθος της ανθρώπινης παρουσίας στην περιοχή. Παράλληλα, συνομιλούν με τις παραδοσιακές γνώσεις των αυτοχθόνων κοινοτήτων της Αυστραλίας, οι οποίες συχνά εκφράζουν τη βαθιά πεποίθηση ότι βρίσκονται «πάντα στη γη τους».