Στους δρόμους βγαίνουν και πάλι οι αγρότες, δύο εβδομάδες μετά τον τερματισμό των μπλόκων.
Εκπρόσωποι της πανελλαδικής επιτροπής αποφάσισαν στη σημερινή σύσκεψη στη Νίκαια να πραγματοποιήσουν μαζική κάθοδο με τρακτέρ στην Αθήνα, ενώ τη Δευτέρα και την Τρίτη θα προχωρήσουν σε ανάλογες κινητοποιήσεις σε μεγάλες πόλεις, σύμφωνα με δημοσίευμα του thesspost.gr.
Ειδικότερα, η κάθοδος στην πρωτεύουσα προγραμματίζεται για την Παρασκευή 13 Φεβρουαρίου ενώ, σύμφωνα με τον μέχρι στιγμής προγραμματισμό, θα διανυκτερεύσουν στο Σύνταγμα και θα αποχωρήσουν το Σάββατο. Παράλληλα, θα διοργανωθούν συλλαλητήρια την ερχόμενη Δευτέρα και Τρίτη σε όλες τις μεγάλες πόλεις της χώρας ενώ θα συμμετέχουν και στις κινητοποιήσεις, στις 28 Φεβρουαρίου, για το σιδηροδρομικό δυστύχημα των Τεμπών.
Οι παραγωγοί θεωρούν ότι η κυβέρνηση άκουσε, αλλά δεν έλυσε τα βασικά τους ζητήματα – κυρίως την αναπλήρωση χαμένου εισοδήματος και το εμβόλιο στους κτηνοτρόφους για την ευλογιά – με συνέπεια αρκετοί επαγγελματίες να βρίσκονται σε οικονομικό αδιέξοδο.
Αγροτικό: Το ρήγμα παραμένει
Σύμφωνα με το άρθρο του Σωτήρη Παναγιώτη στην εφημερίδα «Τα Νέα» στις 21/1, «η ολοκλήρωση των αγροτικών κινητοποιήσεων αντιμετωπίζεται από την πλευρά της κυβέρνησης ως μία ακόμη νίκη, ή τουλάχιστον ως ένας αποτελεσματικός χειρισμός. Οι αγρότες αποχωρούν από τα μπλόκα, καταφυγή σε μεγάλης κλίμακας αστυνομική καταστολή δεν έγινε, και όσα προβλήματα μπορούσαν να λυθούν λύθηκαν, την ώρα που η κυβέρνηση δηλώνει ότι είναι ανοιχτή σε διάλογο για την αντιμετώπιση όσων ζητημάτων προκύψουν: Αυτός είναι ο τόνος που κυριάρχησε.
Ομως, εάν κανείς δει τι δήλωσαν από τη μεριά τους οι ίδιοι οι εκπρόσωποι των αγροτών, θα δει ότι αισθάνονται ότι ο πυρήνας των αιτημάτων τους δεν αντιμετωπίστηκε θετικά και ότι τα μεγάλα προβλήματα του αγροτικού κόσμου παραμένουν ανοιχτά. Εάν αποχωρούν από τα μπλόκα, αυτό έχει περισσότερο να κάνει με την επίγνωση των ορίων μιας κινητοποίησης παρά με μια αίσθηση ότι δικαιώθηκαν. Ας μην ξεχνάμε ότι είχαν να αντιμετωπίσουν τις σαφείς απειλές για σκληρή καταστολή (και όλη την ταλαιπωρία των μετέπειτα «αγροτοδικείων» από τα οποία έχουν οδυνηρή πείρα από το παρελθόν), αλλά και είχαν ήδη πάρει σαφή γεύση της επιλεκτικής στοχοποίησης και συκοφάντησης που θα μπορούσαν να δεχτούν.
Ωστόσο, την ίδια στιγμή το Αγροτικό παραμένει μια βαθιά πληγή. Ολοένα και περισσότερο φαίνεται ότι στο κυβερνητικό σχέδιο για την «ανάπτυξη», ό,τι και εάν σημαίνει αυτή η έννοια, η αγροτική παραγωγή δεν περιλαμβάνεται στις προκρινόμενες οικονομικές «ατμομηχανές»: δεν έχει την ίδια βαρύτητα ούτε με τη βιομηχανία του τουρισμού, ούτε με συνδεόμενη υπερανάπτυξη του real estate που σήμερα ολοένα και περισσότερο οξύνει τη στεγαστική κρίση, ούτε με την επένδυση στον ενεργειακό τομέα, ούτε με την προσπάθεια να κατασκευαστούν data centers. Αντιθέτως, ολοένα και περισσότερο η αγροτική παραγωγή αντιμετωπίζεται ως ένα αναγκαίο κακό, πρωτίστως εξαιτίας της κοινωνικής – και κατά συνέπεια εκλογικής – βαρύτητάς της σε συγκεκριμένες περιφέρειες, και όχι επειδή αντιμετωπίζεται ως πλευρά ενός συνολικού αναπτυξιακού σχεδιασμού. Απόρροια, άλλωστε, ενός πρωτίστως εκλογικού σχεδιασμού είναι και το σκάνδαλο του ΟΠΕΚΕΠΕ που αντιμετώπισε τη διασπάθιση των ευρωπαϊκών ενισχύσεων ως μηχανισμό για τη διαμόρφωση ευνοϊκού συσχετισμού για το κυβερνών κόμμα.
Σε αυτό το φόντο, δεν είναι τυχαία η συναίνεση της χώρας μας στην προώθηση της συμφωνίας Mercosur που αυτή τη στιγμή οδηγεί σε κινητοποιήσεις αγροτών από όλη την Ευρώπη που διαμαρτύρονται για την ενδεχόμενη μαζική εισαγωγή αγροτοκτηνοτροφικών προϊόντων, συχνά παραγόμενων με προδιαγραφές υποδεέστερες των ευρωπαϊκών. Η χώρα μας δεν συντάχτηκε με τις χώρες που πρόκριναν την υπεράσπιση της αγροτικής παραγωγής, αλλά με αυτές που πρόκριναν την πρόσβαση σε μια μεγάλη αγορά. Αυτό υποδηλώνει ακριβώς ότι πλέον η αγροτική παραγωγή δεν εντάσσεται στις αναπτυξιακές και κοινωνικές προτεραιότητες. Μόνο που με αυτόν τον τρόπο καταδεικνύεται ότι δεν εντάσσεται στις κυβερνητικές προτεραιότητες ένα ολόκληρο πεδίο ζητημάτων που έχουν να κάνουν με την έστω και σχετική διατροφική αυτάρκεια, ποιότητα και βιωσιμότητα αλλά και την επιβίωση τελικά ενός ολόκληρου αγροτικού πολιτισμού».