Η ρωσική οικονομία εισέρχεται σε μία από τις πιο δύσκολες φάσεις της τελευταίας δεκαετίας, καθώς το θεμέλιο πάνω στο οποίο στηρίχθηκε για χρόνια – τα έσοδα από το πετρέλαιο και το φυσικό αέριο – αρχίζει να υποχωρεί επικίνδυνα. Το 2025, τα έσοδα από τις εξαγωγές ενέργειας μειώθηκαν κατά 24%, φτάνοντας στο χαμηλότερο επίπεδο από το 2020, σε μια εξέλιξη που απειλεί άμεσα τη δημοσιονομική ισορροπία της χώρας.

Η βασική αιτία δεν είναι τόσο οι δυτικές κυρώσεις, όσο η ίδια η παγκόσμια αγορά.

Η υπερπροσφορά ενέργειας και η επιβράδυνση της ζήτησης από βασικούς αγοραστές, με κυριότερη την Κίνα, οδήγησαν σε πτώση των τιμών του πετρελαίου κατά 18% μέσα στο 2025 – τη μεγαλύτερη ετήσια μείωση από την περίοδο της πανδημίας. Για μια οικονομία που εξαρτάται σε τόσο μεγάλο βαθμό από τις εξαγωγές υδρογονανθράκων, αυτή η εξέλιξη λειτουργεί ως πολλαπλασιαστής κρίσης.

Η πίεση στον κρατικό προϋπολογισμό είναι ήδη εμφανής.

Τα έσοδα από την ενέργεια αντιστοιχούν περίπου στο 25% των ομοσπονδιακών εσόδων, τη στιγμή που οι κρατικές δαπάνες αυξάνονται εκρηκτικά λόγω του πολέμου. Μόνο το 2025, οι στρατιωτικές δαπάνες ανήλθαν στα 13,5 τρισεκατομμύρια ρούβλια, ποσό που αντιστοιχεί σε πάνω από το 30% των συνολικών κρατικών δαπανών. Η ανισορροπία μεταξύ εσόδων και εξόδων βαθαίνει, περιορίζοντας τα περιθώρια ελιγμών της ρωσικής κυβέρνησης.

Παραδόξως, ένας ακόμη παράγοντας που επιδεινώνει την κατάσταση είναι η ενίσχυση του ρουβλίου έναντι του δολαρίου.

Η Ρωσία πουλά το πετρέλαιο και το φυσικό αέριο σε δολάρια, αλλά καλύπτει το μεγαλύτερο μέρος των δαπανών της σε ρούβλια.

Όσο το ρούβλι ισχυροποιείται, τόσο μειώνεται η πραγματική αξία των εσόδων από τις εξαγωγές όταν μετατρέπονται στο εσωτερικό νόμισμα, καθιστώντας τις διεθνείς πωλήσεις λιγότερο κερδοφόρες. Πρόκειται για έναν «αθόρυβο» μηχανισμό αποδυνάμωσης των δημοσίων οικονομικών, που δεν σχετίζεται άμεσα με κυρώσεις, αλλά με τη συναλλαγματική δυναμική.

Την ίδια στιγμή, η Ευρωπαϊκή Ένωση επιταχύνει τη στρατηγική απεξάρτησης από τη ρωσική ενέργεια.

Οι εισαγωγές ρωσικού υγροποιημένου φυσικού αερίου αναμένεται να τερματιστούν έως τον Απρίλιο, ενώ το φυσικό αέριο μέσω αγωγών θα ακολουθήσει έως τον Σεπτέμβριο του 2027.

Παράλληλα, βρίσκεται σε εξέλιξη η πλήρης απαγόρευση εισαγωγών ρωσικού πετρελαίου. Αν και ορισμένες χώρες, όπως η Ουγγαρία και η Σλοβακία, εξακολουθούν να αγοράζουν ρωσικούς υδρογονάνθρακες, η πολιτική πίεση προς αυτές εντείνεται, με στόχο να διακοπεί κάθε έμμεση χρηματοδότηση της πολεμικής μηχανής της Μόσχας.

Το μέγεθος του προβλήματος αποτυπώθηκε με σαφήνεια στο τέλος του 2025.

Τον Δεκέμβριο, τα έσοδα της Ρωσίας από πετρέλαιο και φυσικό αέριο περιορίστηκαν στα 447,8 δισ. ρούβλια, σχεδόν τα μισά από τα περίπου 800 δισ. ρούβλια που είχαν καταγραφεί έναν χρόνο νωρίτερα. Πρόκειται για μια απότομη πτώση που δεν μπορεί εύκολα να αντισταθμιστεί από άλλες πηγές εσόδων.

Για πολλούς αναλυτές, η εικόνα αυτή δείχνει ότι η οικονομική πίεση ίσως αποδειχθεί πιο αποτελεσματικό εργαλείο από τις παραδοσιακές κυρώσεις.

Η Ρωσία δεν αντιμετωπίζει απλώς ένα προσωρινό σοκ, αλλά μια δομική πρόκληση: πώς να χρηματοδοτήσει ένα κράτος υψηλών στρατιωτικών δαπανών σε ένα περιβάλλον χαμηλών τιμών ενέργειας και συρρικνούμενων αγορών. Σε αυτό το πλαίσιο, η ενεργειακή εξάρτηση που για χρόνια αποτέλεσε πλεονέκτημα, μετατρέπεται πλέον στο πιο ευάλωτο σημείο της ρωσικής οικονομίας.