- Το 2026 θα αποτελέσει χρονιά-ορόσημο για το οργανωμένο λιανεμπόριο τροφίμων, με σημαντικές κινήσεις εξαγορών που αναμένεται να αλλάξουν τον χάρτη της αγοράς.
- Η βορειοελλαδίτικη αλυσίδα Διαμαντής Μασούτης έχει συμφωνήσει την εξαγορά του 100% της εταιρείας ΑΝΕΔΗΚ Κρητικός, πρόθεση που θα υποβληθεί για έγκριση στην Επιτροπή Ανταγωνισμού και αναμένεται να ολοκληρωθεί σε περίπου τρεις μήνες.
- Στο πλαίσιο των εξελίξεων, αναμένονται και άλλες συμφωνίες εξαγορών μεσαίων και μικρών εταιρειών εντός του έτους, σύμφωνα με εκτιμήσεις της αγοράς.
- Ο πρόεδρος της Ένωσης Σούπερ Μάρκετ Ελλάδος, Αριστοτέλης Παντελιάδης, έχει τονίσει ότι ένα βιώσιμο και οικονομικά αποτελεσματικό μοντέλο για την Ελλάδα περιλαμβάνει 4-6 μεγάλες αλυσίδες σούπερ μάρκετ, παρόμοιο με το ευρωπαϊκό πρότυπο.
Έτος-ορόσημο για το οργανωμένο λιανεμπόριο τροφίμων προμηνύεται το 2026, καθώς οι μεγάλες αλυσίδες σούπερ μάρκετ επιταχύνουν τις κινήσεις τους σε μια αγορά που ωριμάζει και γίνεται ολοένα πιο ανταγωνιστική. Στο επίκεντρο βρίσκεται η υπογραφή προσυμφώνου για την εξαγορά του 100% της εταιρείας ΑΝΕΔΗΚ Κρητικός από τη βορειοελλαδίτικη αλυσίδα Διαμαντής Μασούτης.
Η συμφωνία, η πρώτη εξαγορά στον κλάδο για το 2026, θα υποβληθεί προς έγκριση στην Επιτροπή Ανταγωνισμού, όπως προβλέπεται από τη νομοθεσία, και αναμένεται να ολοκληρωθεί μέσα σε τρεις μήνες. Με την κίνηση αυτή, η Μασούτης ενισχύει περαιτέρω τη θέση της στην αγορά, συμβάλλοντας στη νέα διαμόρφωση του χάρτη του οργανωμένου λιανεμπορίου.
Σύμφωνα με παράγοντες της αγοράς, μέσα στο έτος αναμένονται και άλλες συγκεντρώσεις, κυρίως μέσω εξαγορών μικρομεσαίων εταιρειών. Όπως έχει τονίσει ο πρόεδρος της Ένωσης Σούπερ Μάρκετ Ελλάδος, Αριστοτέλης Παντελιάδης, ένα βιώσιμο μοντέλο για την ελληνική αγορά περιλαμβάνει 4-6 μεγάλες αλυσίδες, όπως συμβαίνει και σε άλλες ευρωπαϊκές χώρες.
Επενδύσεις δισεκατομμυρίων και στροφή στην τεχνολογία
Οι αλυσίδες σούπερ μάρκετ επιταχύνουν τα επενδυτικά τους σχέδια, υλοποιώντας έργα εκατοντάδων εκατομμυρίων ευρώ. Παρά τις πιέσεις από την ακρίβεια και το ενεργειακό κόστος, ο κλάδος διαμορφώνει ένα νέο πρόσωπο: πιο τεχνολογικό, πιο «πράσινο» και πιο προσαρμοσμένο στις ανάγκες του καταναλωτή.
Όπως επισημαίνει ο γενικός διευθυντής της Ένωσης, Απόστολος Πεταλάς, τα σούπερ μάρκετ επενδύουν σε ένα περιβάλλον αυξανόμενου ανταγωνισμού, επιβεβαιώνοντας τον ρόλο τους ως βασικό πυλώνα της ελληνικής οικονομίας. Την περίοδο 2020-2025 οι επενδύσεις έφθασαν τα 2,2 δισ. ευρώ, ενώ συνολικά την τελευταία δεκαετία ανήλθαν σε περίπου 3,5 δισ. ευρώ. Για τη διετία 2026-2027, οι πέντε μεγαλύτερες αλυσίδες σχεδιάζουν επιπλέον επενδύσεις κοντά στο 1 δισ. ευρώ.
Εφοδιαστική αλυσίδα, ηλεκτρονικό εμπόριο και «πράσινη» ενέργεια
Κεντρικό ρόλο κατέχει πλέον η εφοδιαστική αλυσίδα, που εξελίσσεται σε στρατηγικό πεδίο ανταγωνισμού. Τα logistics αναβαθμίζονται με αυτοματοποιημένα κέντρα διανομής, εξοπλισμό τελευταίας τεχνολογίας και συστήματα διαχείρισης αποθεμάτων, που μειώνουν καθυστερήσεις και ελλείψεις. Από την Αττική έως τη Βόρεια Ελλάδα, κατασκευάζονται ή επεκτείνονται αποθήκες, ενώ επενδύσεις πραγματοποιούνται σε ψυχόμενους στόλους και «έξυπνα» οχήματα παρακολούθησης μεταφοράς.
Η στροφή στο ηλεκτρονικό εμπόριο συνεχίζεται δυναμικά. Οι online πωλήσεις σταθεροποιήθηκαν σε υψηλότερα επίπεδα μετά την πανδημία, οδηγώντας τις εταιρείες σε αναβάθμιση των ψηφιακών υποδομών. Αναπτύσσονται νέες πλατφόρμες παραγγελιών, εφαρμογές για κινητά και συνεργασίες με υπηρεσίες άμεσης διανομής, ενώ αυξάνονται τα λεγόμενα «dark stores», μειώνοντας τον χρόνο παράδοσης.
Ιδιαίτερη έμφαση δίνεται και στις επενδύσεις «πράσινης ενέργειας». Οι αλυσίδες εγκαθιστούν φωτοβολταϊκά, αντικαθιστούν ενεργοβόρα ψυγεία και φωτιστικά και εφαρμόζουν λύσεις ανάκτησης θερμότητας, περιορίζοντας το ενεργειακό τους αποτύπωμα.
Ανθρώπινο δυναμικό και νέες δεξιότητες
Παράλληλα, σημαντικές επενδύσεις κατευθύνονται στο ανθρώπινο δυναμικό. Η ψηφιοποίηση αλλάζει τη φύση της εργασίας, δημιουργώντας ανάγκη για νέα στελέχη, όπως data analysts, τεχνικούς αυτοματισμού και ειδικούς e-commerce. Οι εταιρείες εφαρμόζουν προγράμματα εκπαίδευσης και επανακατάρτισης, επενδύοντας σε καλύτερες συνθήκες εργασίας και διαχείριση βαρδιών.
Ανοδική πορεία του τζίρου
Το 2025 ο συνολικός τζίρος των σούπερ μάρκετ ξεπέρασε τα 16 δισ. ευρώ, επιβεβαιώνοντας ότι ο κλάδος παραμένει βασικός μοχλός της εγχώριας κατανάλωσης. Σύμφωνα με τη NielsenIQ, ο κύκλος εργασιών του οργανωμένου λιανεμπορίου τροφίμων αυξήθηκε κατά 7,1%, φτάνοντας τα 16,2 δισ. ευρώ. Τα φρέσκα προϊόντα σημείωσαν άνοδο 10,1%, ενώ τα μη τρόφιμα προϊόντα τύπου Bazaar αυξήθηκαν κατά 9,6%.
Τα ταχυκίνητα καταναλωτικά προϊόντα (FMCGs) κάλυψαν το 75% των πωλήσεων, με ανάπτυξη 5,9%. Οι όγκοι αυξήθηκαν κατά 4,2%, ενώ η μέση τιμή καλαθιού κατά 1,7%. Οι υψηλότεροι ρυθμοί αύξησης καταγράφηκαν στις κατηγορίες snacking (+10,9%), γαλακτοκομικών (+9,5%) και προϊόντων για κατοικίδια (+8,7%).
Όλοι οι τύποι καταστημάτων παρουσίασαν θετική πορεία, με τα Hyper markets να αυξάνονται κατά 8,8% και τα μικρότερα Super Markets και Superettes να κινούνται γύρω στο 9%. Η τάση αυτή συνδέεται με τη στροφή προς τα «καταστήματα γειτονιάς». Αντίθετα, το παραδοσιακό λιανεμπόριο (περίπτερα και ψιλικά) εμφάνισε πτώση -2,8%.
Γεωγραφικά, οι μεγαλύτερες αυξήσεις σημειώθηκαν στα νησιά του Ιονίου και του Αιγαίου (+10%) και στην Κρήτη (+9,6%), ενώ η Αττική κατέγραψε άνοδο 5,9%.
Αύξηση τιμών σε κρέας και σοκολατοειδή
Το 2025 χαρακτηρίστηκε από σταθεροποίηση τιμών σε αρκετές κατηγορίες, αλλά και αυξήσεις σε βασικά είδη διατροφής. Σύμφωνα με το ΙΕΛΚΑ, ο πληθωρισμός στα σούπερ μάρκετ διαμορφώθηκε στο +1,06% για το διάστημα Δεκέμβριος 2024 – Νοέμβριος 2025. Οι μεγαλύτερες μειώσεις καταγράφηκαν σε απορρυπαντικά (-7,11%), είδη για κατοικίδια (-4,15%) και τρόφιμα παντοπωλείου (-3,82%).
Αντίθετα, αυξήσεις σημειώθηκαν σε μπισκότα, σοκολάτες και ζαχαρώδη (+9,64%), φρέσκα κρέατα (+7,64%) και είδη πρωινού (+5,54%). Οι διεθνείς τιμές του κακάο και του καφέ επηρέασαν καθοριστικά τις ανατιμήσεις. Το κακάο, λόγω κλιματικών συνθηκών, εκτινάχθηκε το 2024 στα 12.000 δολάρια ανά τόνο, από 3.000 δολάρια προηγουμένως, προκαλώντας αυξήσεις στα παράγωγα προϊόντα.
Οι αυξήσεις στα φρέσκα κρέατα συνδέονται με την πτώση του ζωικού κεφαλαίου και τις ασθένειες που έπληξαν ελληνικές εκτροφές. Ενδεικτικά, η τιμή παραγωγού βόειου κρέατος στην Ε.Ε. αυξήθηκε κατά 27,8% σε σχέση με πέρυσι, ενώ η ανοδική τάση συνεχίζεται.