- Η απειλή του Ντόναλντ Τραμπ να χρησιμοποιήσει τον αμερικανικό στρατό για την κατάληψη της Γροιλανδίας έχει προκαλέσει ευρωπαϊκές ανησυχίες και σκέψεις για αντίδραση.
- Έγιναν συζητήσεις στην Ευρώπη για το τι θα σήμαινε μία αντίσταση ή σύγκρουση με τις ΗΠΑ σχετικά με τη Γροιλανδία.
- Οι στρατιωτικές εγκαταστάσεις στην περιοχή αποτελούν κρίσιμο σημείο πίεσης, καθώς οι ΗΠΑ τις χρησιμοποιούν για την προβολή στρατιωτικής δύναμης σε περιοχές όπως η Αφρική και η Μέση Ανατολή.
Ο Ντόναλντ Τραμπ προκαλεί αναταράξεις στην Ευρώπη με τις απειλές του να χρησιμοποιήσει τον αμερικανικό στρατό για την κατάληψη της Γροιλανδίας, οδηγώντας Ευρωπαίους αξιωματούχους και διπλωμάτες να εξετάζουν – έστω και παρασκηνιακά – πώς θα μπορούσαν να αντιδράσουν.
Αν και μια στρατιωτική σύγκρουση μεταξύ ΗΠΑ και ευρωπαϊκών δυνάμεων θα ήταν σύντομη και καταστροφική, υπάρχουν άλλοι τρόποι μέσω των οποίων οι σύμμαχοι της Δανίας θα μπορούσαν να ασκήσουν πίεση στον Αμερικανό πρόεδρο, εφόσον επιμείνει στη στάση του, σύμφωνα με δημοσίευμα του Politico.
Κεντρικό σημείο πίεσης θεωρείται το εκτεταμένο δίκτυο στρατιωτικών βάσεων που διαθέτουν οι Ηνωμένες Πολιτείες στην Ευρώπη, το οποίο επιτρέπει στην Ουάσιγκτον να προβάλλει ισχύ σε περιοχές όπως η Μέση Ανατολή και η Αφρική.
Πολλοί Ευρωπαίοι διπλωμάτες αναρωτιούνται πλέον γιατί θα πρέπει οι ΗΠΑ να συνεχίσουν να έχουν πρόσβαση σε αυτές τις βάσεις ή να λαμβάνουν υποστήριξη από τις ναυτικές και αεροπορικές δυνάμεις των συμμάχων, εάν επιχειρήσουν να καταλάβουν έδαφος κράτους-μέλους του ΝΑΤΟ όπως η Δανία.
Το θέμα παραμένει εξαιρετικά ευαίσθητο και αποφεύγεται στις επίσημες συνεδριάσεις της ΕΕ και του ΝΑΤΟ. Ωστόσο, πέντε αξιωματούχοι και διπλωμάτες επιβεβαίωσαν στο Politico ότι η συζήτηση για πιθανά αντίμετρα βρίσκεται ήδη σε εξέλιξη σε ευρωπαϊκές πρωτεύουσες.
Η στάση της Ευρώπης και οι φόβοι για ρήξη
Πέρα από τα στρατιωτικά μέσα, οι ΗΠΑ εξαρτώνται σε μεγάλο βαθμό από την Ευρώπη ως εμπορικό εταίρο και αγοραστή αμερικανικών όπλων. Η πιθανότητα διακοπής αυτών των συναλλαγών θεωρείται σημαντικό μέσο πίεσης.
Κάποιοι αξιωματούχοι προειδοποιούν ότι μια τέτοια κίνηση θα μπορούσε να οδηγήσει σε σοβαρή ρήξη στις διατλαντικές σχέσεις. Άλλοι, ωστόσο, εκτιμούν ότι η συμμαχία έχει ήδη επιβαρυνθεί υπερβολικά υπό την ηγεσία Τραμπ και πως η Ευρώπη πρέπει να χαράξει νέα πορεία.
Η πιο σαφής προειδοποίηση ήρθε από τον πρόεδρο της Γαλλίας, Εμανουέλ Μακρόν. «Δεν υποτιμούμε τις δηλώσεις για τη Γροιλανδία», είπε στους υπουργούς του, προσθέτοντας ότι «αν πληγεί η κυριαρχία ενός συμμαχικού κράτους, οι συνέπειες θα είναι πρωτοφανείς».
Γάλλος κυβερνητικός αξιωματούχος ανέφερε ότι ο Μακρόν «ζυγίζει προσεκτικά κάθε λέξη» για το θέμα, χωρίς να επιβεβαιώσει αν έχει υπάρξει επικοινωνία με τον Τραμπ.
Διαβουλεύσεις και πιθανά αντίμετρα
Οι υπουργοί Εξωτερικών της Δανίας και της Γροιλανδίας βρίσκονται σε διαπραγματεύσεις στην Ουάσιγκτον, προσπαθώντας να βρουν συμβιβασμό. Μετά τη συνάντηση με τον αντιπρόεδρο Τζέι Ντι Βανς και τον υπουργό Εξωτερικών Μάρκο Ρούμπιο, ο Δανός ΥΠΕΞ Λαρς Λέκε Ράσμουσεν δήλωσε ότι «ο πρόεδρος των ΗΠΑ έχει την επιθυμία να κυριαρχήσει στη Γροιλανδία» και πως «υπάρχει θεμελιώδης διαφωνία».
Διπλωμάτες αναφέρουν ότι εξετάζονται διάφορες επιλογές, από τακτικές «φρεναρίσματος» και παρασκηνιακή πίεση στο Κογκρέσο έως δημόσιες καμπάνιες ενημέρωσης στις ΗΠΑ. Στο τραπέζι έχουν τεθεί και πιο ριζοσπαστικά σενάρια, όπως η ανάκτηση ελέγχου αμερικανικών βάσεων στην Ευρώπη.
«Πρέπει να δείξουμε ότι οι ΗΠΑ μάς χρειάζονται και πως αν προχωρήσουν, θα υπάρξει απάντηση», είπε Ευρωπαίος διπλωμάτης, προσθέτοντας ότι κανείς δεν θέλει να τοποθετηθεί δημόσια.
Η σημασία της Ουκρανίας και τα όρια της αντίδρασης
Η κύρια αιτία της ευρωπαϊκής επιφυλακτικότητας είναι η ανάγκη διατήρησης της αμερικανικής υποστήριξης στην Ουκρανία. Πολλοί θεωρούν ότι χωρίς τις ΗΠΑ δεν μπορεί να υπάρξει βιώσιμη ασφάλεια για το Κίεβο σε μια μελλοντική συμφωνία ειρήνης με τη Ρωσία.
Ένας Ευρωπαίος αξιωματούχος τόνισε ότι «υπάρχουν μέσα πίεσης στην Ευρώπη, αλλά δεν αξιοποιούνται πλήρως». Ωστόσο, προειδοποίησε ότι δεν υπάρχει πολιτική ετοιμότητα για μια τέτοια κλιμάκωση.
Διπλωμάτης του ΝΑΤΟ σημείωσε ότι η χρήση στρατιωτικών βάσεων ως διαπραγματευτικού όπλου θα είχε «αμοιβαία ζημιογόνα αποτελέσματα», καθώς η Ευρώπη θα έχανε τις αμερικανικές εγγυήσεις ασφαλείας και οι ΗΠΑ τις προκεχωρημένες επιχειρησιακές τους υποδομές.