Σημαντικές αδυναμίες στους μηχανισμούς ελέγχου του ελαιολάδου στην Ευρωπαϊκή Ένωση εντοπίζει έκθεση του European Court of Auditors, προειδοποιώντας ότι τίθενται σε κίνδυνο η ποιότητα, η ασφάλεια και η αξιοπιστία ενός από τα πιο εμβληματικά αγροτικά προϊόντα της Ευρώπης. Παρότι οι έλεγχοι για τα υπολείμματα φυτοφαρμάκων στο ευρωπαϊκό ελαιόλαδο κρίνονται γενικά επαρκείς, οι έλεγχοι για άλλους ρυπαντές χαρακτηρίζονται ελλιπείς, αποσπασματικοί και συχνά χωρίς σαφή τεκμηρίωση κινδύνου.
Σύμφωνα με το πόρισμα, τα προβλήματα εντείνονται όταν πρόκειται για εισαγόμενο ελαιόλαδο από τρίτες χώρες. Οι ελεγκτές διαπιστώνουν ότι σε αρκετά κράτη-μέλη οι αναλύσεις για φυτοφάρμακα και λοιπούς επιμολυντές στο εισαγόμενο προϊόν είναι ανύπαρκτες ή πραγματοποιούνται σποραδικά, παρά το γεγονός ότι οι εισαγωγές αντιστοιχούν περίπου στο 9% της ετήσιας παραγωγής ελαιολάδου της ΕΕ. Το κενό αυτό δημιουργεί άνισους όρους ανταγωνισμού και σοβαρά ερωτήματα για την ασφάλεια της τροφικής αλυσίδας.
Ιδιαίτερη ανησυχία προκαλεί και η ιχνηλασιμότητα. Αν και χώρες όπως η Spain και η Ιταλία έχουν αναπτύξει ηλεκτρονικά συστήματα παρακολούθησης της διαδρομής του ελαιολάδου από τον ελαιώνα έως το ράφι, το Ευρωπαϊκό Ελεγκτικό Συνέδριο επισημαίνει ότι η διασυνοριακή παρακολούθηση παραμένει προβληματική. Ειδικά στα μείγματα ελαιολάδων από περισσότερες χώρες ή από συνδυασμό ευρωπαϊκής και μη ευρωπαϊκής προέλευσης, η εικόνα γίνεται θολή, καθώς δεν υπάρχουν ενιαίες, δεσμευτικές οδηγίες για το πότε και πώς πρέπει να ελέγχεται η ιχνηλασιμότητα.
Το πρόβλημα επιτείνεται από τη νομική ασάφεια σε κρίσιμα ζητήματα, όπως η ανάμειξη ελαίων διαφορετικών κατηγοριών ή εσοδειών. Οι κανόνες δεν είναι επαρκώς σαφείς, με αποτέλεσμα κάθε κράτος-μέλος να εφαρμόζει διαφορετικές πρακτικές, κάτι που –όπως προειδοποιούν οι ελεγκτές– μπορεί μεσοπρόθεσμα να πλήξει την ποιότητα του προϊόντος και την εμπιστοσύνη των καταναλωτών.
«Οι καταναλωτές πρέπει να μπορούν να εμπιστεύονται την ποιότητα και την αυθεντικότητα του ελαιολάδου που αγοράζουν», υπογραμμίζει μέλος του Ευρωπαϊκού Ελεγκτικού Συνεδρίου, επισημαίνοντας ότι οι αυστηροί ευρωπαϊκοί κανόνες δεν εφαρμόζονται πάντοτε στο σύνολό τους. Η ενίσχυση των ελέγχων, της ιχνηλασιμότητας και της νομικής σαφήνειας θεωρείται κρίσιμη όχι μόνο για την προστασία των πολιτών, αλλά και για τη φήμη του ευρωπαϊκού ελαιολάδου στις διεθνείς αγορές. Οι προειδοποιήσεις αυτές έρχονται να επιβεβαιώσουν καταγγελίες που ακούγονται εδώ και χρόνια από τον ίδιο τον κλάδο. Η συνεταιριστική οργάνωση Dcoop, ο μεγαλύτερος παραγωγός ελαιολάδου παγκοσμίως, έχει επανειλημμένα μιλήσει για εκτεταμένα φαινόμενα νοθείας. Όπως έχει καταγγείλει η διοίκησή της, στην αγορά κυκλοφορούν προϊόντα όπου το ελαιόλαδο αναμειγνύεται με ηλιέλαιο ή πυρηνέλαιο για τη μείωση του κόστους, χωρίς επαρκείς ελέγχους και κυρώσεις.
Οι ελλείψεις που εντοπίζονται δεν αφορούν μόνο την εσωτερική αγορά, αλλά αγγίζουν τη συνολική αξιοπιστία της Ευρωπαϊκής Ένωσης ως εγγυήτριας ποιότητας και ασφάλειας τροφίμων. Το μήνυμα του Ευρωπαϊκού Ελεγκτικού Συνεδρίου είναι σαφές: χωρίς ουσιαστική ενίσχυση των ελέγχων και ενιαία εφαρμογή των κανόνων, ο κίνδυνος δεν είναι μόνο διατροφικός, αλλά και θεσμικός, με πιθανό κόστος για καταναλωτές, παραγωγούς και την ίδια τη φήμη του ευρωπαϊκού ελαιολάδου.