Αμερικανοί, Κινέζοι ή Μεξικανοί, οι τουρίστες εκτός Ευρώπης στη Γαλλία, θα πρέπει να πληρώνουν περισσότερα από τους άλλους για να επισκεφθούν το Λούβρο και άλλους πέντε πολιτιστικούς χώρους, ένα μέτρο στο οποίο αντιτίθενται συνδικάτα και σχεδόν δεν έχει αντίστοιχο στην Ευρώπη και τις Ηνωμένες Πολιτείες.

Στο πλαίσιο ενός μέτρου της κυβέρνησης με στόχο την ενίσχυση των εσόδων των μουσείων, οι τουρίστες εκτός του Ευρωπαϊκού Οικονομικού Χώρου (Ευρωπαϊκή Ένωση + Ισλανδία, Λιχτενστάιν και Νορβηγία) θα πρέπει από μεθαύριο, Τετάρτη, να πληρώνουν 32 ευρώ για να επισκεφθούν το Λούβρο, το μουσείο που δέχεται τους περισσότερους επισκέπτες στον κόσμο, δηλαδή 45% πάνω από τη σημερινή τιμή του εισιτηρίου.

Από σήμερα, η είσοδος στο κάστρο του Σαμπόρ τούς στοιχίζει 31 ευρώ, δηλαδή 10 ευρώ περισσότερα απ’ ό,τι στους κατοίκους της Ευρώπης, και η τιμή του εισιτηρίου για τα ανάκτορα των Βερσαλλιών θα είναι από την Τετάρτη αυξημένη γι’ αυτούς κατά τρία ευρώ.

Σύμφωνα με το υπουργείο Πολιτισμού, αυτές οι διαφορετικές τιμές θα ισχύουν επίσης από φέτος σε άλλους τρεις πολιτιστικούς χώρους (Κονσιερζερί, Σεντ-Σαπέλ, επίσκεψη στην Οπερά Γκαρνιέ) στη Γαλλία, πρώτο παγκόσμιο τουριστικό προορισμό.

«Επιθυμώ οι επισκέπτες εκτός ΕΕ να πληρώνουν περισσότερο το εισιτήριο εισόδου και αυτό το επιπλέον ποσό να διατεθεί για τη χρηματοδότηση της ανακαίνισης της εθνικής κληρονομιάς. Οι Γάλλοι δεν πρέπει να πληρώνουν για όλα ολομόναχοι», είχε εξηγήσει στα τέλη του 2024 η υπουργός Πολιτισμού Ρασιντά Ντατί για να δικαιολογήσει αυτό που χαρακτήριζε «αληθινή ρήξη στην τιμολογιακή πολιτική».

Πράγματι, ένα τέτοιο μέτρο δεν έχει αντίστοιχο στην Ευρώπη ή τις Ηνωμένες Πολιτείες. Στο Βρετανικό Μουσείο του Λονδίνου, όπου η είσοδος είναι δωρεάν, στο Ράικσμουζέουμ του Άμστερνταμ, στο Πράδο της Μαδρίτης ή στην Άλτε Νατσιονάλγκαλερί του Βερολίνου, οι επισκέπτες δεν διαχωρίζονται ανάλογα με τη γεωγραφική προέλευσή τους.

Μεταξύ των σπάνιων -και περιορισμένων- εξαιρέσεων, το Μητροπολιτικό Μουσείο (Met) της Νέας Υόρκης επιτρέπει στους κατοίκους αυτής της πολιτείας να ορίζουν οι ίδιοι την τιμή του εισιτηρίου τους, η πρόσβαση στο Παλάτι των Δόγηδων της Βενετίας είναι δωρεάν για τους κατοίκους της πόλης και οι Ευρωπαίοι κάτω των 25 ετών δικαιούνται μειωμένο εισιτήριο στην Ακρόπολη των Αθηνών ή το Κολοσσαίο στη Ρώμη.

Υψηλότερες τιμές εισιτηρίων ισχύουν εξάλλου για τους ξένους τουρίστες στους πολιτιστικούς χώρους λιγότερο πλούσιων χωρών, όπως στο Μάτσου Πίτσου στο Περού.

Με τη νέα πολιτική της για τις τιμές των εισιτηρίων, η Γαλλία ελπίζει να εισπράττει «20 ως 30 εκατομμύρια ευρώ» επιπλέον το χρόνο, σύμφωνα με τις εκτιμήσεις του υπουργείου Πολιτισμού, κεφάλαια που θα διατεθούν κυρίως για το κολοσσιαίο εργοτάξιο της ανακαίνισης του Λούβρου, την οποία θέλει ο γάλλος πρόεδρος και η οποία υπολογίζεται να κοστίσει πάνω από ένα δισεκατομμύριο ευρώ.

Η διαφοροποίηση αυτή προκαλεί ωστόσο αντιδράσεις στο όνομα «του παγκόσμιου χαρακτήρα» των μουσείων.

Έτσι, τα συνδικάτα του Λούβρου, τα οποία άρχισαν στα μέσα Δεκεμβρίου μία από τις πιο μακροχρόνιες απεργίες στην ιστορία του μουσείου, έχουν περιλάβει στις διεκδικήσεις τους την «άρνηση της διπλής τιμολόγησης, η οποία ποδοπατά τη δημοκρατική ιστορία μας και τον οικουμενικό εκ της ιδρρύσεώς του χαρακτήρα του μουσείου του Λούβρου», σύμφωνα με το κείμενο της ανακοίνωσης της απεργιακής κινητοποίησής τους, που έδωσαν στη δημοσιότητα στις αρχές Δεκεμβρίου.

Η πολιτική αυτή είναι «σοκαριστική φιλοσοφικά, κοινωνικά, ανθρώπινα», είχε ήδη δηλώσει στα τέλη Νοεμβρίου το συνδικάτο CFDT στη διάρκεια της συνεδρίασης του διοικητικού συμβουλίου του Λούβρου που είχε εγκρίνει τις νέες τιμές των εισιτηρίων, αφυπνίζοντας μια επανερχόμενη συζήτηση σχετικά με τα μουσεία.

Καθώς καλούνται να εξασφαλίσουν πρόσβαση στον μεγαλύτερο δυνατό αριθμό επισκεπτών, δημιουργώντας ταυτόχρονα έσοδα αρκετά για τη συντήρησή τους, «τα μουσεία βρίσκονται υπό πίεση», είχε αναγνωρίσει λίγο μετά την απόφαση του Λούβρου μία από τις επιτροπές του Διεθνούς Συμβουλίου Μουσείων (Icom), ενός οργανισμού ο οποίος αντιπροσωπεύεται σε 139 χώρες.

Αυτές οι δύο επιταγές -προσβασιμότητα και βιωσιμότητα- «δεν συγκατοικούν πάντα εύκολα», είχε παραδεχθεί ο οργανισμός σε ανάρτησή του στο Instagram.