Σε νέες κυλιόμενες 48ωρες απεργιακές κινητοποιήσεις, ξεκινώντας από την Τρίτη, προχωρούν οι ιδιοκτήτες και οδηγοί ταξί. Ο πρόεδρος του ΣΑΤΑ, Θύμιος Λυμπερόπουλος, μίλησε στην ΕΡΤ για την υποχρεωτική μετάβαση στα ηλεκτρικά οχήματα για την έκδοση ή ανανέωση αδειών, αλλά και για μια σειρά θεσμικών και φορολογικών ζητημάτων που, όπως υποστηρίζει, πλήττουν τον κλάδο.
Όπως ανέφερε, η απόφαση αφορά όλη τη χώρα, ενώ τη Δευτέρα αναμένεται πανελλαδική απόφαση συμμετοχής στις κινητοποιήσεις που έχουν ήδη εξαγγελθεί σε Αθήνα, Θεσσαλονίκη και Ηράκλειο.
Ο κ. Λυμπερόπουλος χαρακτήρισε την υποχρεωτική χρήση ηλεκτρικών οχημάτων για νέες ή ανανεωμένες άδειες ως «πολιτική απόφαση που δεν εφαρμόζεται σε καμία άλλη ευρωπαϊκή χώρα», τονίζοντας ότι τα ηλεκτρικά αυτοκίνητα δεν καλύπτουν τις ανάγκες επαγγελματικής χρήσης. «Το ταξί δουλεύει 15 έως 18 ώρες την ημέρα, με έναν ή δύο οδηγούς. Το ηλεκτρικό αυτοκίνητο δεν μπορεί να ανταποκριθεί», σημείωσε.
Παραδείγματα από τη Γερμανία, όπως είπε, δείχνουν ότι το όριο αντικατάστασης οχημάτων φτάνει τα 35 χρόνια και εξετάζεται η περαιτέρω παράτασή του λόγω ελλείψεων σε υποδομές φόρτισης.
Κόστος φόρτισης και ασφάλισης
Ιδιαίτερη αναφορά έκανε στο υψηλό κόστος φόρτισης, καθώς η κιλοβατώρα σε ταχυφορτιστές φτάνει τα 0,65 ευρώ, με αποτέλεσμα το κόστος ανά χιλιόμετρο να φτάνει τα 14 λεπτά, έναντι 9 λεπτών στο ντίζελ και 6 λεπτών στο φυσικό αέριο. Επίσης, οι μπαταρίες δεν ασφαλίζονται με μικτή ασφάλεια λόγω υψηλού κόστους αντικατάστασης. Αναφέρθηκε σε περιστατικό συναδέλφου του στην Καστοριά, ο οποίος πλήρωσε 25.000 ευρώ για αλλαγή μπαταρίας μετά από τροχαίο.
Περιορισμένη συμμετοχή σε προγράμματα επιδότησης
Σχετικά με τα προγράμματα επιδότησης ηλεκτρικών οχημάτων, ο κ. Λυμπερόπουλος τόνισε ότι στην Αττική έχουν ενταχθεί μόλις 108 ταξιτζήδες, καθώς το μοντέλο είναι βιώσιμο μόνο για ιδιοκτήτες με οικιακό φορτιστή και περιορισμένο ωράριο εργασίας.
Τέλος, επισήμανε ότι οι συνεχείς νομοθετικές παρεμβάσεις αφαιρούν έργο από το ταξί υπέρ μεγάλων εταιρικών σχημάτων, χωρίς επαρκείς κανόνες και ελέγχους, ενώ ανέδειξε και φορολογική ανισότητα: οι μικροϊδιοκτήτες επιβαρύνονται δυσανάλογα, ενώ τα μεγάλα εταιρικά σχήματα δεν καταβάλλουν αντίστοιχους φόρους.