Οι χώρες της Mercosur υποδέχθηκαν με ιδιαίτερη ικανοποίηση την απόφαση του Συμβούλιο της Ευρωπαϊκής Ένωσης να προχωρήσει στη διαδικασία υπογραφής της πολυαναμενόμενης συμφωνίας ελεύθερου εμπορίου μεταξύ Mercosur και Ευρωπαϊκή Ένωση.
Πρόκειται για ένα ορόσημο που έρχεται να επισφραγίσει περισσότερα από 27 χρόνια δύσκολων και συχνά αδιέξοδων διαπραγματεύσεων, οι οποίες επηρεάστηκαν από πολιτικές εντάσεις, εμπορικές διαφωνίες και έντονες κοινωνικές αντιδράσεις και στις δύο πλευρές του Ατλαντικού.
Η υπογραφή του συμφώνου έχει προγραμματιστεί για τις 17 Ιανουαρίου στην Ασουνσιόν, στο πλαίσιο της εξαμηνιαίας προεδρίας της Παραγουάης στο Mercosur.
Ο πρόεδρος της Βραζιλίας, Λουίς Ινάσιο Λούλα ντα Σίλβα, χαρακτήρισε την εξέλιξη «ιστορική ημέρα για τον πολυμερισμό» και «νίκη του διαλόγου και της διαπραγμάτευσης», τονίζοντας ότι η συμφωνία στέλνει σαφές μήνυμα υπέρ του ελεύθερου εμπορίου σε μια περίοδο αυξανόμενου προστατευτισμού στη διεθνή οικονομία.
Σύμφωνα με τον Λούλα, το άνοιγμα της ευρωπαϊκής αγοράς δημιουργεί νέες δυνατότητες για τις εξαγωγές της Βραζιλίας και μπορεί να λειτουργήσει ως καταλύτης για αυξημένες ευρωπαϊκές επενδύσεις στη Νότια Αμερική.
Σε τηλεφωνική επικοινωνία που είχε με τον πρωθυπουργό της Ισπανίας, Πέδρο Σάντσεθ, οι δύο ηγέτες εξήραν από κοινού την πρόοδο, με τον Βραζιλιάνο πρόεδρο να ευχαριστεί τη Μαδρίτη για τον ρόλο που διαδραμάτισε στην προώθηση της συμφωνίας.
Θετική ήταν και η αντίδραση του βιομηχανικού κόσμου στη Βραζιλία. Η Ομοσπονδία Βιομηχανιών του Κράτους του Σάο Πάολο (FIESP), που εκπροσωπεί περισσότερες από 150.000 επιχειρήσεις, αναγνώρισε ότι το τελικό κείμενο «δεν είναι τέλειο», το χαρακτήρισε όμως προϊόν συμβιβασμού ανάμεσα σε 31 χώρες και εκτίμησε ότι θα αλλάξει ουσιαστικά τον τρόπο με τον οποίο οι επιχειρήσεις των δύο μπλοκ συναλλάσσονται.
Στην Αργεντινή, η κυβέρνηση έκανε λόγο για «ιστορική και τη πιο φιλόδοξη συμφωνία» που έχει συναφθεί ποτέ μεταξύ των δύο πλευρών.
Ο υπουργός Εξωτερικών Πάμπλο Κίρνο επισήμανε ότι η Mercosur αποκτά προνομιακή πρόσβαση στην ευρωπαϊκή αγορά των 450 εκατομμυρίων καταναλωτών, η οποία αντιστοιχεί σε περίπου 15% του παγκόσμιου ΑΕΠ.
Σύμφωνα με τα στοιχεία που παρουσίασε, η ΕΕ θα καταργήσει δασμούς για το 92% των εξαγωγών του μπλοκ, ενώ για ένα επιπλέον 7,5% θα παρέχεται προτιμησιακή πρόσβαση. Από την πλευρά του, ο υπουργός Οικονομίας Λουίς Καπούτο υπογράμμισε ότι η συμφωνία ενισχύει τη ρυθμιστική προβλεψιμότητα, διευκολύνει το εμπόριο και δημιουργεί ευκαιρίες ένταξης των μικρομεσαίων επιχειρήσεων στις παγκόσμιες αλυσίδες αξίας.
Στην Ουρουγουάη, ο υπουργός Οικονομίας και Οικονομικών Γκαμπριέλ Οντόνε χαρακτήρισε τη συμφωνία «μεγάλη ευκαιρία» για τον εκσυγχρονισμό της Mercosur και την προσέλκυση επενδύσεων. Σύμφωνα με προκαταρκτικές εκτιμήσεις του υπουργείου του, η πλήρης εφαρμογή της συμφωνίας θα μπορούσε να αυξήσει το ΑΕΠ της χώρας κατά περίπου 1,5 ποσοστιαία μονάδα, τις εξαγωγές αγαθών κατά 4%, την απασχόληση κατά 0,5% και τους πραγματικούς μισθούς σχεδόν κατά 1%.
Ο πρόεδρος της Παραγουάης, Σαντιάγο Πένια, μίλησε για την απαρχή «μιας νέας εποχής για τη Νότια Αμερική», τονίζοντας τον συμβολισμό του γεγονότος ότι η Ασουνσιόν φιλοξενεί τόσο την υπογραφή της νέας συμφωνίας όσο και, το 1991, την ιδρυτική συνθήκη της Mercosur.
Κατά τον ίδιο, το άνοιγμα της ευρωπαϊκής αγοράς, οι αυξημένες επενδύσεις, η μεταφορά τεχνογνωσίας και οι σαφείς κανόνες εμπορίου μπορούν να μεταφραστούν σε περισσότερες θέσεις εργασίας, αυξημένη ανταγωνιστικότητα και βιώσιμη ανάπτυξη για ολόκληρη την περιοχή.
Παρά το θετικό κλίμα, η συμφωνία εξακολουθεί να συναντά αντιδράσεις εντός της Ευρωπαϊκής Ένωσης, κυρίως από χώρες με ισχυρούς αγροτικούς τομείς, όπως η Γαλλία. Αν και η πλειοψηφία των κρατών-μελών τάχθηκε υπέρ, η τελική επικύρωση θα εξαρτηθεί από την έγκριση του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, όπου επίσης υπάρχουν επιφυλάξεις.
Το ζήτημα των αγροτικών εισαγωγών και των προστατευτικών ρητρών παραμένει στο επίκεντρο της ευρωπαϊκής συζήτησης.
Σε κάθε περίπτωση, η δυναμική γύρω από τη συμφωνία έχει ενισχυθεί από τις διεθνείς εξελίξεις και την κλιμάκωση εμπορικών εντάσεων παγκοσμίως, γεγονός που προσδίδει στο Mercosur–ΕΕ όχι μόνο οικονομική αλλά και γεωπολιτική σημασία, ως απάντηση υπέρ της συνεργασίας και του πολυμερούς εμπορικού συστήματος.