Ο Ναπολέων Βοναπάρτης, ίσως ο διασημότερος Γάλλος όλων των εποχών και, σύμφωνα με ακαδημαϊκές πηγές, η δεύτερη μετά τον Ιησού φυσιογνωμία η οποία έχει πολλαπλώς καταγραφεί στην ιστορία του κινηματογράφου, επανέρχεται στην επικαιρότητα.

Ο πολύπλοκος χαρακτήρας του, οι θηριωδίες των πολέμων του, η πολιτική του ευφυΐα και η μεγαλομανία του να κατακτήσει την ευρωπαϊκή ήπειρο αποτελούν τα συστατικά με τα οποία πλάθονται οι υπερπαραγωγές που φέρουν την υπογραφή μεγάλων κινηματογραφιστών.

Υστερα από σκέψη και πολλές επιτυχίες ο 85 ετών σήμερα Ρίντλεϊ Σκοτ υπέκυψε στην αμφιλεγόμενη προσωπικότητα του «μικρού δεκανέα» από την Κορσική.

Και στην ταινία του, που προβάλλεται από την Πέμπτη στις αίθουσες, ο Σκοτ αφηγείται τη ζωή του Ναπολέοντα μέσα από τη βασανιστική ερωτική σχέση του με τη σύζυγό του, Ζοζεφίνα, τις δικές του ζήλιες και εμμονές, καθώς και το μέλημά του να κατακτήσει την Ευρώπη.

Βέβαια ο Σκοτ, όπως επισημαίνει η βρετανική «Guardian», κάνοντας μια ταινία για τον Ναπολέοντα, πριμοδοτεί το δικό του μεγαλείο. Ο άγγλος σκηνοθέτης τοποθετεί τον εαυτό του στη γενεαλογία των κινηματογραφιστών που παρουσίασαν στις ταινίες τους τον Βοναπάρτη.

Ηδη από το 1897, ο Λουί Λιμιέρ παρήγαγε μια ταινία μικρού μήκους που απεικόνιζε τον Ναπολέοντα να διαφωνεί με τον Πάπα Πίο Ζ’ – βασισμένη στην πραγματική τους συνάντηση το 1804, όταν ο Ναπολέων, σε ένα ξέσπασμα θυμού, προσπάθησε να πείσει τον ποντίφικα να μεταφέρει τον παπικό θρόνο στο Παρίσι.

Στη συνέχεια ήταν ο Αμπελ Γκανς το 1927 με τον δικό του Ναπολέοντα, σε μία ταινία διάρκειας 330 λεπτών ως μια μελέτη του χαρακτήρα της εξουσίας, της δόξας και της ύβρεως, με τον Αλμπέρ Ντιεντονέ στον ρόλο του αυτοκράτορα. Ακολούθησαν οι εκδοχές από τον Γαλλορώσο Σασά Γκιτρί και τον Ουκρανορώσο Σεργκέι Μπονταρτσούκ.

ΟΙ ΓΑΛΛΟΙ ΚΑΙ ΟΙ ΑΝΑΚΡΙΒΕΙΕΣ.

Το νέο χολιγουντιανό πολεμικό έπος για τον πιο διάσημο Γάλλο του κόσμου γυρισμένο από έναν άγγλο σκηνοθέτη περιέχει αρκετές ιστορικές ανακρίβειες.

Ο «Ναπολέων» του Σκοτ αναπόφευκτα πέρασε από τον εξονυχιστικό έλεγχο των Γάλλων που σχολίασαν κάθε πτυχή της ταινίας. Από την ηλικία των ηθοποιών (ο Χοακίν Φοίνιξ είναι μεγαλύτερος σε ηλικία από τον στρατιωτικό ηγέτη που υποδύεται, ενώ η Βανέσα Κίρμπι ως Ζοζεφίνα είναι νεότερη από εκείνη), μέχρι μια σκηνή στην οποία τα κανόνια του Ναπολέοντα πυροβολούν τις αιγυπτιακές πυραμίδες, ενώ στην πραγματικότητα τα στρατεύματά του βρίσκονταν χιλιόμετρα μακριά.

Εν τω μεταξύ, γάλλοι ιστορικοί, κινηματογραφικές λέσχες και όμιλοι φίλων των ναπολεόντειων χρόνων υποδέχονται τη νέα ταινία ως μια ευκαιρία να ασχοληθούν με την αμφιλεγόμενη περίπτωση του Ναπολέοντα για να κάνουν προσιτή την ιστορία του σε ένα ευρύτερο κοινό.

Για αυτόν τον σκοπό θα πραγματοποιηθούν δεκάδες Bold-au ειδικές προβολές σε όλη τη Γαλλία, με οικοδεσπότες και θεατές ντυμένους με κοστούμια εποχής και ιστορικούς να συντονίζουν συζητήσεις αναλύοντας την ταινία.

Σύμφωνα με την «Guardian» η συζήτηση για την κληρονομιά του Ναπολέοντα αναζωπυρώθηκε πριν από δύο χρόνια, όταν στο πλαίσιο της επετείου για τα 200 χρόνια του θανάτου του ο γάλλος πρόεδρος Εμανουέλ Μακρόν δήλωσε στους συμπολίτες του ότι ο αυτοκράτορας «είναι μέρος του εαυτού μας.

Ενώ ορισμένοι βλέπουν έναν στρατιωτικό ηγέτη και πολιτικό τακτικιστή ο οποίος έθεσε τα θεμέλια της διοίκησης του γαλλικού κράτους, άλλοι τον αντιμετωπίζουν ως έναν πολεμοκάπηλο τύραννο ο οποίος επανέφερε τη δουλεία που είχε απαγορευτεί μετά τη Γαλλική Επανάσταση.

Ηταν το 1802 όταν προσπάθησε να συντρίψει τη δημοκρατία των πρώην σκλάβων που ίδρυσε ο ήρωας της Αϊτής Toussaint L’Ouverture. Επίσης τα διατάγματά του που δημοσιεύτηκαν το 1808 θέσπιζαν ειδικούς κανόνες για τους Εβραίους.

Ενώ η στάση του Ναπολέοντα απέναντι στους Εβραίους και τον αντισημιτισμό εξακολουθεί να συζητείται από τους ιστορικούς».

Η ισχύς των λόγων του Μακρόν θα μπορούσε να επιβεβαιωθεί (ή και να απορριφθεί) αν ερμηνεύονταν μέσα από τα φίλτρα της πρόσφατης βιογραφίας του Βοναπάρτη γραμμένης από τον βρετανό ιστορικό Adam Zamoyski, «Napoleon: Α Life» (εκδ. Basic Books).

Ο Ferdinand Mount γράφει στο «The New York Review of Books» για την εξαιρετική βιογραφία του Adam Zamoyski ότι επιμένει να αντιμετωπίζει το θέμα του ούτε ως υπεράνθρωπο ούτε ως τέρας, αλλά ως πλάσμα της ταραγμένης εποχής του: «Παρόλο που παρουσίασε κάποιες εξαιρετικές ποιότητες, από πολλές απόψεις ήταν ένας πολύ συνηθισμένος άνθρωπος. Μου είναι δύσκολο να αποδώσω μεγαλοφυΐα σε κάποιον που, παρά τους πολλούς θριάμβους του, προήδρευσε της χειρότερης (και εντελώς αυτοπροκαλούμενης) καταστροφής στη στρατιωτική ιστορία και κατέστρεψε μόνος του το μεγάλο εγχείρημα για το οποίο ο ίδιος και άλλοι είχαν κοπιάσει τόσο σκληρά».

Ισως έχει σημασία η γνώμη κάποιου σύγχρονου του Βοναπάρτη, ο οποίος μάλιστα υπήρξε και συνεργάτης του και την άποψή του μεταφέρει ο βιογράφος Adam Zamoyski.

Πρόκειται για τον κόμη Louis-Mathieu Molé, υπουργό Δικαιοσύνης του Ναπολέοντα, ο οποίος είκοσι χρόνια αργότερα έγινε πρωθυπουργός του Λουδοβίκου Φίλιππου. Κατά τον Molé «ήταν γεγονός ότι γι’ αυτόν [τον Ναπολέοντα] η ανθρώπινη ζωή ήταν μια παρτίδα σκάκι.

Οι άνθρωποι, η θρησκεία, η ηθική, τα συναισθήματα, τα συμφέροντα ήταν πολλά πιόνια ή κομμάτια που έπρεπε να μετακινηθούν και να χρησιμοποιηθούν ανάλογα με την περίσταση».

«ΗΤΑΝ ΕΡΓΑΛΕΙΑΚΟΣ».

Ο πρώην εκδότης του «Times Literary Supplement» Ferdinand Mount αντλεί στοιχεία από την ιστορική έρευνα «The Invisible Emperor: Napoleon on Elba» (Penguin) του Mark Braude για να σχολιάσει στη βιβλιοκριτική του ότι ο Ναπολέοντας, όντας τόσο αδιάφορος για τους ανθρώπους όσο και για τις αρχές, μπορούσε να συνεργαστεί με οποιονδήποτε: με έντιμους άνδρες όπως ο Μολέ και ο επί μακρόν επιτελάρχης του Αλεξάντρ Μπερτιέ.

Ή με δόλιους απατεώνες όπως ο Σαρλ-Μωρίς ντε Ταλεϊράντ και ο Ζοζέφ Φουσέ, συγχωρώντας τους επανειλημμένα για τις προδοτικές τους ίντριγκες με την Αγγλία και τους Βασιλικούς. «Δεν ήταν εκδικητικός, απλώς εργαλειακός.

Οταν ο Ταλλεϋράνδος τού πρότεινε να είναι πιο ευγενικός με την επικρίτριά του Μαντάμ ντε Στάελ, η οποία είχε εξοριστεί κατά τη διάρκεια της βασιλείας του, εκείνος ανταπάντησε: “Δεν ξέρω πώς να δείξω καλοσύνη στους εχθρούς μου. Η αδυναμία δεν οδήγησε ποτέ πουθενά.

Μπορεί κανείς να κυβερνήσει μόνο με δύναμη”. Ξαφνικά αντιλαμβάνεται κανείς ένα παράξενο κενό στον πυρήνα του Ναπολέοντα, μια έλλειψη πραγματικού σκοπού πέρα από την απόκτηση και τη διατήρηση της εξουσίας».

Επομένως για ποιον λόγο ακριβώς οι στρατοί του οργώνουν την άμμο της Συρίας και τα χιόνια της Ρωσίας; αναρωτιέται ο Mount για να απαντήσει παρακάτω: η έννοια μιας «εκστρατείας του εγώ» δεν φάνηκε ποτέ πιο ταιριαστή.