Δεν θα υπερέβαλλε κανείς αν ισχυριζόταν πως δίχως την έννοια του πένθους το σύνολο της λογοτεχνίας – αλλά και όλων των τεχνών γενικότερα – θα είχε στερηθεί σε μεγάλο βαθμό μία από τις σημαντικότερες κινητήριες δυνάμεις της.

Σε ποιο βαθμό όμως η έννοια του πένθους μπορεί να διαχωριστεί από εκείνη του θανάτου; Ας διαβάσουμε κατ’ αρχάς πώς αναλύει τη λέξη «πένθος» ο καθηγητής Μπαμπινιώτης: «Βαθιά θλίψη, μεγάλη ψυχική οδύνη λόγω δυστυχίας ή συμφοράς και κυρίως εξαιτίας του θανάτου συγγενικού, προσφιλούς προσώπου».

Σωτήρια θα χαρακτήριζε κανείς τη λέξη «κυρίως», αφού δηλώνει πως δεν είναι μόνον ο θάνατος που σε κάνει να πενθείς, αλλά και ένα γεγονός πραγματικά ή φαινομενικά υποδεέστερης σημασίας.

Οσο και αν το πένθος είναι ασυγκρίτως βαρύτερο όταν έχει προκληθεί εξαιτίας του θανάτου προσφιλούς ή συγγενικού προσώπου, δεν παύει ως ένα αίσθημα καταλυτικό να κυριαρχεί λόγω μιας δυστυχίας ή συμφοράς που, αν και δεν μας αφορούν προσωπικά, τις αισθανόμαστε καθοριστικές ακόμη και για άγνωστούς μας ανθρώπους.

Σε βαθμό που να αναγνωρίζεις στο «πένθος» μια έννοια ή μάλλον μια διάσταση συμπαντική, με κύριο λόγο ύπαρξης της τέχνης και της λογοτεχνίας ειδικότερα να την αποκρυπτογραφήσει πρωτίστως με την έννοια που καθόρισε ο Ντοστογέφσκι λέγοντας πως «ο άνθρωπος έχει τόση ανάγκη από ευτυχία όση και από δυστυχία».

Η έννοια του θρήνου

Διαφορετικά, αν το «πένθος» δεν ύφαινε από γεννησιμιού του ανθρώπου μια μοίρα ταυτόσημη με την ύπαρξή του, η έννοια του θρήνου θα μπορούσε να διαβαθμιστεί και να μην είναι ισόποση είτε πρόκειται για τον σπαραγμό της κυρα-Εκάβης, στο «Τρίτο στεφάνι» του Κώστα Ταχτσή, στο μνήμα του γιου της Δημήτρη, είτε για τη «Φονταμάρα» του Ινιάτσιο Σιλόνε, όταν ένας γέροντας στην άκρη του ρημαγμένου χωριού του μονολογεί λέγοντας: «Μετά από τόσες συμφορές και τόσες δυστυχίες, τι να κάμουμε; Τι να κάμουμε;».

Οσο και αν η έννοια του πένθους μπορεί να διασταλεί ώστε να νομιμοποιεί, έστω και αν ακούγεται ως εγωπαθής, τη φράση της Μάσα στον «Γλάρο» του Αντον Τσέχοφ, στην ερώτηση γιατί φοράει πάντα μαύρα και απαντάει πως το κάνει «γιατί πενθεί για τη ζωή της», μοιάζει ταυτόχρονα η έννοια του πένθους τόσο περίκλειστη ώστε να μη γίνεται απολύτως κατανοητή παρά μόνον αν αναφέρεται σε μια συγκεκριμένη σχέση.

Χωρίς να παύει να συλλογίζεται κανείς την οδύνη της Εκάβης στις «Τρωάδες» του Ευριπίδη, όταν θρηνεί για την πατρίδα της που χάνει, κάτι αδιευκρίνιστα σκοτεινό μέσα μας την κάνει ακόμη δραματικότερη όταν σπαράζει για την απώλεια της κόρης της και του εγγονού της. Μπορεί να φανταστεί κανείς πώς θα είχαν προικοδοτηθεί με όση διάρκεια έχουν ήδη κατακτήσει ο «Επιτάφιος» του Γιάννη Ρίτσου και «Η Μάνα του Χριστού» του Κώστα Βάρναλη, αν οι δημιουργοί της «Ρωμιοσύνης» και των «Μοιραίων» είχαν, αντί για μανάδες, επιστρατεύσει ένα πολυάριθμο αλλά ανώνυμο πλήθος ανθρώπων να θρηνεί στα γεγονότα της Πρωτομαγιάς του 1936 στη Θεσσαλονίκη ή κάτω από τον Σταυρό;

Καταλύτης

Αν ωστόσο «προσωποποιημένη» η έννοια του πένθους μοιάζει να λειτουργεί καταλυτικότερα, δεν μπορεί να μην αναγνωρίσει κανείς την ύπαρξή της ως ενός καθολικού βιώματος σε ποιήματα και στίχους αριστουργηματικούς, όπως αίφνης οι παρακάτω, του Νίκου Δ. Καρούζου: «Μην με διαβάζετε / αν δεν έχετε παρακολουθήσει κηδείες αγνώστων».

Ενα βίωμα – όσο δραματικές ή οδυνηρές και αν υπήρξαν οι συνθήκες ώστε να αποκτηθεί – μεταστοιχειωμένο τελικά τόσο στην παγκόσμια όσο και στην ελληνική λογοτεχνία σε σελίδες που θα τις χαρακτήριζες ως μια κιβωτό όχι απλά μνήμης αλλά ζωής σπαρταριστής, να ανασυσταίνεται και να αναγεννάται διαρκώς ακόμα και μέσα στις πιο ραγδαίες μεταβαλλόμενες κοινωνικά και πολιτικά συνθήκες.

Χάρη στον πρώτο διδάξαντα ενός πένθους όπως το κυοφορεί η ίδια η φύση, τον Αλέξανδρο Παπαδιαμάντη, μια πλειάδα μεταγενέστερων δημιουργών, ποιητών και πεζογράφων κυρίως, ανάλογα με τη δωρεά του ο καθένας, «συνομολόγησαν» – όποια κι αν υπήρξε η χρονική απόσταση ανάμεσά τους – την πίστη τους όσον αφορά μια δύναμη όχι μόνο βασανιστική αλλά και λυτρωτική ταυτόχρονα, όπως είναι το πένθος.

Μιχαήλ Μητσάκης, Δημοσθένης Βουτυράς, Γαλάτεια Καζαντζάκη, Φώτης Κόντογλου, Ελλη Αλεξίου, Λιλίκα Νάκου, Αγγελος Τερζάκης, Μ. Καραγάτσης, Ι.Μ. Παναγιωτόπουλος, Δημήτρης Χατζής, Λουκής Ακρίτας (με το έξοχο διήγημά του «Το φορτίο του ανθρώπου», το εμπνευσμένο από το Θείο Δράμα) για να περιοριστούμε σε συγγραφείς που έχουν φύγει, όσο ρηξικέλευθη ή καινοτόμα κι αν υπήρξε στην εποχή τους η δημιουργία τους, τους διακατείχε πάντα το αίσθημα μιας ιερότητας, συνώνυμο με εκείνο ενός λειτουργού σ’ έναν ναό διαυλακωμένο στις πιο υψηλόφρονες ώρες του από τη ζωογόνο παρουσία του πένθους.