Είναι γεγονός ότι σήμερα δεν υφίσταται πλέον μία άμεση διασύνδεση ανάμεσα στις σπουδές και στο επάγγελμα που θα ακολουθήσει ένας πτυχιούχος Πανεπιστημίου ή ακόμη και ένας απόφοιτος μιας επαγγελματικής Σχολής. Αυτό οφείλεται, κατεξοχήν, στον μεγάλο αριθμό των αποφοίτων που έχουμε από τις διάφορες Σχολές, αλλά και στον περιορισμένο αριθμό θέσεων εργασίας που υφίστανται ανά επιστημονικό κλάδο.

Δεν υπάρχει, ωστόσο, αμφιβολία ότι ένας κεντρικός εκπαιδευτικός σχεδιασμός, για το συγκεκριμένο θέμα,  θα μπορούσε να αποβεί ωφέλιμος τόσο για τον κάθε υποψήφιο όσο και για την ίδια την κοινωνία.

 

Εκείνο που θέλουμε, ωστόσο, να αναδείξουμε είναι ότι, για πολλά χρόνια, κατά την εκπαίδευση των νέων επιστημόνων, αποδιδόταν σχεδόν αποκλειστική βαρύτητα στη θεωρητική επιστημονική τους κατάρτιση, χωρίς να προβλέπεται και να λαμβάνει χώρα ανάλογη Πρακτική Άσκηση. Μάλιστα θεωρούνταν ότι αρκούσε το ακαδημαϊκό πρόγραμμα σπουδών, ακόμη και για επιστημονικούς κλάδους, στους οποίους η Πρακτική Άσκηση φαινόταν ότι ήταν  απαραίτητη και  ότι διαδραμάτιζε έναν καθοριστικό ρόλο.

 

Έτσι, αν εξαιρέσει κανείς τους εκπαιδευτικούς της Πρωτοβάθμιας Εκπαίδευσης, που διαχρονικά  παρακολουθούσαν ένα πρόγραμμα Πρακτικής Άσκησης, δεν συνέβαινε το ίδιο,  τουλάχιστον συστηματικά, ακόμη ούτε με  τους μελλοντικούς εκπαιδευτικούς της Δευτεροβάθμιας Εκπαίδευσης. Περισσότερο προβληματική ήταν η κατάσταση για τους εκπαιδευομένους άλλων επιστημονικών  κλάδων, η Πρακτική Άσκηση των οποίων έπρεπε να πραγματοποιηθεί σε υπηρεσίες, φορείς  και επιχειρήσεις του ευρύτερου δημόσιου ή και του ιδιωτικού τομέα.

 

Κατά τα τελευταία χρόνια, εκτός από την Πρακτική Άσκηση που έχουν ενσωματώσει τα διάφορα πανεπιστημιακά Τμήματα στα Προγράμματα Σπουδών τους, η Πρακτική Άσκηση προσφέρεται από τα ίδια τα Ιδρύματα ως κεντρική δράση, παρέχοντας μία εξαιρετική δυνατότητα σε μελλοντικούς επαγγελματίες να γνωρίσουν τις πραγματικές συνθήκες εργασίας, ήδη ως φοιτητές, να αποκτήσουν επιπρόσθετες γνώσεις και εμπειρίες και παράλληλα να επηρεάσουν  θετικά τις εξελίξεις στο μελλοντικό εργασιακό τους περιβάλλον.

 

Γίνεται σαφές ότι το όφελος από μία τέτοια διαδικασία είναι αμοιβαίο και  έχει να κάνει τόσο με τους αποφοίτους και νέους επιστήμονες όσο και με τον δημόσιο και ιδιωτικό τομέα, όπου οι ίδιοι μελλοντικά θα εργαστούν. Έτσι, η φρεσκάδα που φέρνουν οι νέοι ερευνητές και κυρίως οι γνώσεις τους σε επίπεδο  χρήσης και  αξιοποίησης των νέων τεχνολογιών αποτελούν ένα πολύτιμο κεφάλαιο που μπορεί να αξιοποιηθεί από τους φορείς, στους οποίους πραγματοποιούν την Πρακτική Άσκηση.

 

Είναι, επίσης, γεγονός ότι η συνεργασία ανάμεσα στις δύο πλευρές, κατά το διάστημα της Πρακτικής Άσκησης, μπορεί να λάβει έναν μόνιμο χαρακτήρα, δημιουργώντας νέες θέσεις εργασίας, σε μία εποχή που κάτι τέτοιο αποτελεί  έναν σταθερά επιδιωκόμενο στόχο.  Βεβαίως, τα αποτελέσματα από τη διαδικασία αυτή είναι περισσότερο ουσιαστικά, όταν ο ενδιαφερόμενος για την Πρακτική Άσκηση έχει τη δυνατότητα να απασχοληθεί σε φορέα ή υπηρεσία, που ανταποκρίνεται περισσότερο στις σπουδές και στα ενδιαφέροντά του.

 

Είναι, κατά συνέπεια, θετικό το γεγονός ότι ο αριθμός των ενδιαφερομένων για την Πρακτική Άσκηση  αυξάνεται σταθερά στα ελληνικά Πανεπιστήμια, κατά τα τελευταία έτη. Ωστόσο, τα ίδια τα Πανεπιστήμια αδυνατούν να καλύψουν τη μεγάλη ζήτηση από τους ενδιαφερομένους. Έτσι είναι αναγκαία η αύξηση, από την Πολιτεία, του αριθμού των διαθέσιμων θέσεων για  Πρακτική Άσκηση, αλλά είναι, επίσης, αναγκαίο να αναλάβουν οι διάφοροι δημόσιοι ή ιδιωτικοί φορείς το απαιτούμενο κόστος για την Πρακτική Άσκηση, ώστε να ικανοποιηθεί η ζήτηση που υπάρχει από τους ενδιαφερομένους. Και τούτο, γιατί, όπως έγινε σαφές, το όφελος είναι αμοιβαίο και αφορά τόσο τους φοιτητές που συμμετέχουν στην Πρακτική Άσκηση όσο και τις επιχειρήσεις που τους απασχολούν.

Ο κ. Γεώργιος Δ. Καψάλης είναι πρώην πρύτανης του Πανεπιστημίου Ιωαννίνων.