Η τάση των ημερών θέλει μάχιμους δημοσιογράφους να επιδίδονται σε εξομολογητικά βιβλία. Συχνά με την τακτική της αυτοτελούς παράθεσης κεφαλαίων, με μικρά κείμενα ή και με αποσπάσματα-θραύσματα από ένα υποτιθέμενο ή πραγματικό ημερολόγιο, καταδύονται ή φωτίζουν κρυφές όψεις μιας ροής της ζωής ή του ενεστώτος χρόνου της επικαιρότητας που είναι υποχρεωμένοι και επιφορτισμένοι να καταγράφουν.
Ο τρόπος γραφής αλλάζει ανά συγγραφέα. Μπορείς όμως να εντοπίσεις ομοιότητες. Και όχι μόνο στο πεδίο της θεματογραφίας. Το προσωπικό συχνά τέμνει τη Μεγάλη Ιστορία. Η δεύτερη, στον βαθμό που καταγράφεται από το μάχιμο newsroom μιας εφημερίδας ή ενός μέσου, τη στιγμή ακριβώς που παράγεται, δεν μένει αδιαμεσολάβητη από τον φορέα διάθλασης και φιλτραρίσματός της.
Οι δημοσιογράφοι, τυχεροί και άτυχοι συνάμα πομποί, ευαίσθητα ηλεκτρόνια του καιρού τους, είναι οι πρώτοι που υποδέχονται τις σεισμικές δονήσεις ή τα ρήγματα κάθε εποχής. Η αδιάσπαστη ροή της ζωής και η κυριαρχία των κοινωνικών δικτύων κάνουν τον δημοσιογράφο επιπροσθέτως και έναν διαρκή υποδοχέα της Ιστορίας. Η ζωή αδυσώπητη δεν εξετάζει αν αυτός εκείνη τη στιγμή βρίσκεται στη βάρδια της εφημερίδας του, σκρολάροντας στα χρονολόγια των facebook και twitter, αν απλώς διαβάζει τα τηλεγραφήματα των πρακτορείων ειδήσεων, αν πίνει σε κάποιο μπαρ του κέντρου ή αν διαβάζει την κόρη του στο σπίτι για το σχολείο της.
Με τρόπο βιωματικό
Το υλικό αυτό όμως συχνά είναι γόνιμο για να «περάσει» τον δημοσιογράφο στην όχθη του χρονογράφου ή του συγγραφέα. Αλλες φορές με τρόπο δοκιμιακό, άλλες αφηγηματικό ή ακόμη και ως όχημα για λογοτεχνικές απόπειρες. Συχνά, βιβλία που συνθέτουν ή ανασυνθέτουν με βιωματικό τρόπο την επικαιρότητα, την αισθηματική αγωγή ή τις εμμονές του δημοσιογράφου-φορέα είναι έξοχα, στεγάζουν άρτια και καταπληκτικά κείμενα, παραπέμπουν σε μια θερμοκρασία της εποχής που γράφτηκαν, ακόμη και θέση τεκμηρίου καταλαμβάνουν. Διαβάστε, αν έχετε χρόνο, τις «Μοναξιές» του Στάθη Τσαγκαρουσιάνου. Τα κείμενα του Δημήτρη Γκιώνη. Τα κείμενα του Λευτέρη Παπαδόπουλου.
Πολύ πρόσφατο παράδειγμα, από τις εκδόσεις Πόλις του Νίκου Γκιώνη, «Οι ιστορίες θα μας σώσουν», ένα ημερολόγιο του 2014 του αρχισυντάκτη των διεθνών ειδήσεων στα «ΝΕΑ» Μιχάλη Μητσού. Αφορμή όμως για το σημερινό μου σημείωμα, μια αντίστοιχη απόπειρα, όχι με μορφή ημερολογίου, από τη μάχιμη δημοσιογράφο και αρχισυντάκτρια των διεθνών ειδήσεων στην «Καθημερινή» Ξένια Κουναλάκη. Το δικό της βιβλίο «Στις ταινίες κλαίω στις πιο άσχετες σκηνές» συγκεντρώνει κείμενα που γράφτηκαν - τα περισσότερα - Παρασκευή απόγευμα στο γραφείο της εφημερίδας της και την ώρα της βάρδιας της.
Εντελώς ζυγισμένα
Κείμενα σύντομα που είτε εκκινούν να μιλήσουν για κάτι ευρύ με αφορμή μια λεπτομέρεια της επικαιρότητας - η ίδια εξάλλου εξομολογείται πως είναι ρέκτης των μικρών ειδήσεων - είτε μιλούν για κάτι προσωπικό, χωρίς να ανακατεύουν καθόλου την ύλη της διεθνούς ή τοπικής επικαιρότητας. Αυτά τα δεύτερα, καραμπινάτα χρονογραφήματα συχνά είναι και τα πιο τολμηρά, εξομολογητικά, πικρά που διαπραγματεύονται από τα τατουάζ ή την απώλεια της μάνας μέχρι τη ζωή στο Κολωνάκι ή τους εραστές της («δεν υπήρξα μούσα κανενός», όπως περίπου και θαρραλέα λέει). Και εκεί που αναρωτιέσαι πώς τα κείμενα αυτά διαφοροποιούνται από μακροσκελή στάτους στο facebook (η Κουναλάκη είναι ενεργή χρήστρια των μέσων κοινωνικής δικτύωσης), πώς δηλαδή κατορθώνουν να μην εγκλωβίζονται στη συχνή μάστιγα της αυτοαναφορικότητας ή ενός άκοπου λυρισμού - που εκβιάζει την οικειότητα ή και τον οίκτο των άλλων - διαθλασμένου από τις δημόσιες σχέσεις, η ίδια η συγγραφέας δίνει την απάντηση. Και τη δίνει με τον καλύτερο τρόπο παραδίδοντας ορισμένα έξοχα κείμενα. Αν έξοχο είναι το κείμενο που εντελώς ζυγισμένα αποτελεί τη συνάρτηση της θέασης μιας τάσης με την κατάλληλη δοσολογία βιωμένου αισθήματος και μέτρου.
Ενας άκακος Ρίπλεϊ
Γιατί μπορείς να παρακάμπτεις το αδίστακτο name dropping συγγραφέων αγαπημένων και βιβλίων αδιάβαστων ή χιλιοδιαβασμένων που παραθέτει η Κουναλάκη, μπορεί να αισθάνεσαι άβολα με τη διαρκή υπόμνηση της αυτοκαλλιέργειας και του κοσμοπολιτισμού ως στάσης ζωής, δεν μπορείς όμως να μη διαβάσεις πολλές φορές κείμενα όπως «Ο όχι και τόσο ταλαντούχος Ρίπλεϊ». Εδώ, ένας άγνωστος τύπος που αυτοσυστήθηκε στην ίδια ως παλαιός συμφοιτητής της, στο facebook, βρέθηκε πάλι μπροστά της στο Παρίσι, την κάλεσε σπίτι του να φάνε ριζότο με θαλασσινά, μαγείρεψε, αλλά γρήγορα η συγγραφέας συνειδητοποίησε πως ούτε συμφοιτητές υπήρξαν ποτέ ούτε το μεγαλοαστικό σπίτι με τον μπαρόκ διάκοσμο ανήκε στον ίδιο. Την ώρα που αυτός έκοβε θαλασσινά με ένα τεράστιο μαχαίρι, οι σκέψεις και ο φόβος πλημμύρισαν την Κουναλάκη: «Τελικά ήταν απλώς ένας άκακος Ρίπλεϊ, ένας κοινωνικός χαμαιλέων, που ήθελε να με γνωρίσει, χωρίς ιδιαίτερο λόγο και σκοπό, ούτε καν για να μου την πέσει δηλαδή, έτσι για να διευρύνει τη συλλογή του από γνωριμίες και να μπορέσει να πει στον επόμενο γνωστό μου: "Την Ξένια την ξέρω από παλιά, της έχω μαγειρέψει στο σπίτι μου, στο Παρίσι". Το ριζότο ήταν πεντανόστιμο» καταλήγει η ίδια.
Μνήμες
Ανθρώπινες πλευρές προσώπων μεγάλου βεληνεκούς
Δεν μπορείς να μη δεις με συγκίνηση το εξόχως ειλικρινές κείμενο «Μπόλεκ και Λόλεκ» που υπερασπίζεται το ηθικό πλεονέκτημα της Αριστεράς και θέτει ενστάσεις βιωματικές σε όλους αυτούς που το επικαλούνται με απαξιωτικό τρόπο. Η συγγραφέας, κόρη του Πέτρου Κουναλάκη, ιστορικού στελέχους της μεταρρυθμιστικής Αριστεράς, ανακαλεί το δέος και τη δική της μνήμη για πρόσωπα που γνώρισε ή έζησε και που επιβεβαίωσαν την ανιδιοτέλεια των οραμάτων και τον ρομαντισμό της ιδεολογίας. Απατρις, πολιτικά, η ίδια - όπως αυτοπροσδιορίζεται, και αυτό έχει σημασία για να ερμηνεύσεις τις σκέψεις της.  
Η Ξένια Κουναλάκη φωτίζει τις πιο ανθρώπινες πλευρές προσώπων μεγάλου βεληνεκούς ή επιρροής που είχε την τύχη και τον τρόπο να δει, να συνομιλήσει μαζί τους ή και να τους αποσπάσει συνέντευξη. Το γουργουρητό της κοιλιάς του Βεστερβέλε, ο βήχας του Σόιμπλε, το βλέμμα του Σμιτ όταν εκείνη άναβε τσιγάρο (ένα βλέμμα αγάπης ενός ομοϊδεάτη καπνιστή). Περιγράφει ή ανατέμνει παθολογίες του σήμερα, όπως ο εθισμός στα νέα μέσα (εξαιρετικό κείμενο το «17 ώρες ανενεργός»), η ζωή στην εφημερίδα, η αγωνία για τη γνώμη του αναγνώστη. «Αν δεν έγραφα, θα ήθελα να λύνω εξισώσεις» σημειώνει η ίδια στο «Γιατί γράφω». Οι αρετές της λογοτεχνίας διακρίνονται σπερματικά αλλά καθαρά στο βιβλίο αυτό.

INFO
Το βιβλίο της Ξένιας Κουναλάκη «Στις ταινίες κλαίω στις πιο άσχετες σκηνές» θα παρουσιαστεί την Τετάρτη 7/12 στις 19:30 στο βιβλιοπωλείο «Πλειάδες» (Σπ. Μερκούρη 62, Παγκράτι). Με τη συγγραφέα θα συζητήσουν οι Αλεξάνδρα Κατσαρού και Μιχάλης Μητσός

Ξένια Κουναλάκη
Στις ταινίες κλαίω στις πιο άσχετες σκηνές
Εκδ. Πόλις, 2016, 
Σελ. 280
Τιμή: 12 ευρώ