«Εχω ανάγλυφη μπροστά μου τη ζηλότυπη, άρα και γόνιμη, αναστάτωση που μου προκαλούσαν οι στίχοι σου. Με γοήτευε αυτό το δήθεν πράο αεράκι τους, πράο κι όμως άρπαζε όσα ξέρουμε και όσα νομίζουμε πως ξέρουμε, τα στροβίλιζε, και ιδού ένας άλλος, άγνωστος κόσμος προέκυπτε, που μας προσφερόταν να ξετυλίξουμε το επίφοβο μυστήριό του. Ακανθώδες κι αυτό, όπως το κάθε μυστήριο, αλλά τι ευαίσθητες, τι διακριτικές ποιήτριες, οι αμυχές που προκαλούσε το ξετύλιγμα της γραφής σου…». Είναι δυστύχημα ότι από το αφιέρωμα 50 σελίδων του περιοδικού «Εντευκτήριο» (τεύχος 109) στην Μαρία Κέντρου – Αγαθοπούλου ο δημοσιογραφικός χώρος επιτρέπει μόλις αυτές τις προτάσεις από το γράμμα της Κικής Δημουλά για την ομότεχνή της. Η Αγαθοπούλου γεννήθηκε το 1930 σε ένα παλιό τουρκόσπιτο της οδού Κασσάνδρου για να ενταχθεί στα σώματα και τα πνεύματα μιας εποχής που περιλάμβαναν τη Ζωή Καρέλλη, τον Κάρολο Τσίζεκ, τον Γ.Π. Σαββίδη, τις εκδόσεις Διαγωνίου, το πρώτο πεζογράφημα «Συνοικισμός σιδηροδρομικών» από τον Κέδρο. Το αφιέρωμα συμπληρώνεται με το χρονολόγιο που επιμελήθηκε ο εκδότης του περιοδικού Γιώργος Κορδομενίδης και με συνεισφορές των Θανάση Μαρκόπουλου, Τιτίκας Δημητρούλια, Μαρίας Κουγιουμτζή, Αρετής Γκανίδου, Μάριου Μώρου, Τάσου Καλούτσα, Δημήτρη Δασκαλόπουλου, Κούλας Αδαλόγλου, Χλόης Κουτσουμπέλη και Χρήστου Μιχαηλίδη. Στις άλλες σελίδες ο αναγνώστης ανακαλύπτει, μεταξύ άλλων, ποιήματα του Σύρου Μοχάμαντ Μπασίρ αλ Ανι («Για μια λύπη σαν ετούτη/ με τίμησε η μητέρα μου/ Με το μπαστούνι του τυφλού μου χρόνου/ στα παγκάκια των πεζοδρομίων κάποιας παλιάς κούρασης…»), του Σέρβου Νέναντ Μιλόσεβιτς («Η κάρτα ανεργίας χαρτί όπου εναποθέτω το πεπρωμένο μου…»), καθώς και διηγήματα των Ιάκωβου Ανυφαντάκη, Σταύρου Ζαφειρίου, Χρήστου Δήμα. Μία επανάγνωση του σεφερικού «Τελευταίου σταθμού» από τον Παντελή Βουτουρή, ένα σημείωμα της Τζένης Μαστοράκη για τα «Τέσσερα θεατρικά» της Γλυκερίας Μπασδέκη και βιβλιοκρισίες. Στο 16σέλιδο ένθετο, με υπεύθυνο τον πολύπειρο Αρι Γεωργίου, φιλοξενείται η δουλειά του αλβανού φωτογράφου Αντρέα Σκρέλη με τίτλο «Καλημέρα, Οστάνδη!». Για το τέλος, στίχοι από το ποίημα «Η κατάρα της λεηλασίας» του Τουρκοκύπριου Γκιουργκέντς Κορκμαζέλ: «Λεηλατήσαμε τα καταστήματά τους/ Χαλάσαμε τ" αγάλματά τους (…) Νομίσαμε πως δεν θα επιστρέψουν ποτέ. Και γύρισαν κρατώντας στα χέρια τους το κλειδί της πόρτας μας…».