Εχω κι άλλες φορές εκτεθεί δηλώνοντας την απόλυτη παράδοσή μου στο είδος του θεάτρου που χαρακτηρίζεται ως φάρσα. Το είδος αυτό έρχεται από πολύ βαθιά στην Ιστορία. Η πιο αρχαία κούνια του ήταν τα Μέγαρα και η μεγαρική φάρσα έγινε συχνά αντικείμενο πολεμικής από τον Αριστοφάνη. Ο μεγάλος κωμωδιογράφος υπήρξε ένας ιδιοφυής σατιρικός σχολιαστής των πολιτικών θεσμών και ηθών της δημοκρατικής Αθήνας. Ηταν λοιπόν αυτονόητο να απεχθάνεται ένα δημόσιο θέαμα που είχε αποκλειστικό σκοπό τη χαρά της διασκέδασης, της ξεγνοιασιάς, της βωμολοχίας και κυρίαρχο άξονα τον ρυθμό. Η αρχική καταγωγική μορφή της φάρσας ταξίδεψε μέσα στους αιώνες χωρίς να προδώσει τις «αρχές» της. Κατ’ αρχάς η φάρσα δεν έχει χαρακτήρες, δεν καταγράφει με τη λογική του αιτίου και του αιτιατού ανθρώπινες συμπεριφορές. Η φάρσα στηρίζεται στις αιφνίδιες ανατροπές, συχνά τις πλέον παράλογες, στις άκρως διαμετρικές αντιφάσεις, στον οργιαστικό ρυθμό και στις απανωτές εκπλήξεις.
Βασικός καμβάς μιας φαρσικής σκηνικής έκθεσης πράξεων και πραγμάτων είναι το παράλογο, χρόνου, τόπου, πράξης και σκοπού.
Ετσι π.χ. σ’ έναν χώρο συναντώνται πρόσωπα που δεν έπρεπε ποτέ να συναντηθούν, σε συνθήκες που κανείς ποτέ δεν φαντάστηκε ότι θα υπάρξουν και για σχέσεις που είναι τελείως αντίθετες από ό,τι περιμένει κανείς από συγκεκριμένους ανθρώπους να τις τελέσουν.
Γι’ αυτό και ο σκηνικός χώρος όπου λαμβάνει χώρα ο φαρσικός αγώνας είναι ένας χώρος με πολλές διαφυγές και ακόμη περισσότερες πόρτες. Στις κλασικές φάρσες ο χώρος των απροσδόκητων συναντήσεων είναι ξενοδοχεία, σιδηροδρομικοί σταθμοί, νοσοκομεία, πολυκατοικίες, περίπλοκες γειτονιές με στενά σοκάκια και όχι σπάνια τσίρκο, πανηγύρια και άλλοι πολυσύχναστοι και ανθρωποβριθείς τόποι.
Θυμηθείτε τα κυνηγητά του χοντρού αστυνόμου με τον αλήτη Σαρλό ή τον Μπάστερ Κίτον στην κορυφή ενός βαγονιού τρένου εν κινήσει ή τον Χοντρό και τον Λιγνό στη λεγεώνα των ξένων ή τον Τζέρι Λιούις σ’ ένα κολέγιο θηλέων ή τον Τζακ Λέμον ντυμένο γυναίκα σ’ ένα πάρτι γκάνγκστερ!
Ο ΧΩΡΟΣ ΔΡΑΣΗΣ. Κυρίως όμως χώρος φαρσικής δράσης είναι ένας κοινόχρηστος χώρος στον οποίο καταλήγουν πολλές πόρτες που οδηγούν σε εξόδους, σε κήπους, σε υπνοδωμάτια, σε γραφεία, σε τουαλέτες και σε παιδικά πλέι ρουμ.
Εκεί, πίσω από τις πόρτες, κρύβονται ή καταφεύγουν διάφορα πρόσωπα, ενώ άλλα που δεν πρέπει να τα συναντήσουν βγαίνουν από άλλη πόρτα. Σύζυγοι που κυκλοφορούν ξεχωριστά με τις ή τους ερωμένους τους, παιδιά που έχουν ερωμένη την πρώην ή τη νυν του πατέρα τους, υπηρέτες μεταμφιεσμένοι σε αφεντικά και αφεντικά μεταμφιεσμένα σε κυρίες. Το κύριο θέμα των φαρσικών παρεξηγήσεων είναι το ερωτικό κυνήγι, η απιστία και η ερωτική εκδίκηση. Συχνά όλα αυτά μαζί. Τώρα, αν η πλοκή το επιτρέπει, είναι δυνατόν να συνδυαστεί το ερωτικό θέμα με αστυνομικό μυστήριο, περιπλοκή με εγκληματικές παρουσίες, άρα και θεματική τρόμου και θρίλερ, οπότε η φάρσα συνυπάρχει με την αγωνία και επιδιώξεις αλλότριες από την ερωτική ικανοποίηση, η οποία συχνά αναστέλλεται πάνω στο τσακ με παρέμβαση τρομοκρατικής ή άλλης διαπλοκής.
Η γραφή μιας φάρσας είναι δύσκολη υπόθεση διότι έχει και αυτό το είδος την εσωτερική του «λογική», τους νόμους του, τα αναγνωρίσιμα μοτίβα, κυρίως τη δοσολογία των απροσδόκητων, των ανατροπών, των παράλογων και των ιδιόμορφων λύσεων. Επίσης το φαρσικό ιδίωμα χρειάζεται και ειδικευμένους ηθοποιούς διότι όπου κυριαρχεί ο ρυθμός είναι ουσιώδης η δραματουργική ανάγκη της παύσης ή της σιωπής. Παύση και σιωπή δεν είναι το ίδιο στο θέατρο. Η παύση έχει σχέση με τη μουσική του λόγου, ενώ η σιωπή με τα υπονοούμενα ή τα ου φωνητά των πράξεων. Επίσης ο σκηνικός χώρος, κυρίως οι φανερές ή κρυφές πόρτες και η απροσδόκητη χρήση τους, απαιτεί ειδικούς και εφευρετικούς σκηνογράφους.
Στο θέατρο Αθηνά ένας νέος για τη σκηνική μας ιστορία συγγραφέας, ο Γιώργος Φειδάς, γνωστός σεναριογράφος σε σίριαλ τηλεοπτικών δρωμένων, έγραψε μια γνήσια, αυθεντική και άκρως «παράλογη» φάρσα με τίτλο «Ενα εξοχικό, παρακαλώ». Είναι εντυπωσιακό πως γνωρίζει άριστα τη συνταγή και μπορεί πολυχρησιμοποιημένα δομικά και ρυθμικά μοτίβα να τα αναδομεί και να τα μεταθέτει, δημιουργώντας άκρως απροσδόκητες συναντήσεις και αναπόφευκτες γκάφες.
Σ’ ένα εξοχικό σπίτι με σαλόνι όπου καταλήγουν πέντε πόρτες που οδηγούν προς δωμάτια, κήπους, δρόμους κ.τ.λ. συναντώνται επτά πρόσωπα που συνδέονται άμεσα μεταξύ τους αλλά βρίσκονται εκεί με τελείως διαφορετική συντροφιά. Πρώην σύζυγοι, νυν εραστές, κοινοί εραστές ενός και του αυτού προσώπου και πολλά κλεμμένα λεφτά που αναζητούν τσέπη, όλα συγκλίνουν και συνάμα όλα αποκλίνουν και οδεύουν σ’ ένα τέρμα που συνεχώς αναπροσδιορίζεται.
Ο σκηνικός χώρος που έφτιαξε ο πολύπειρος Αντώνης Χαλκιάς λειτουργεί σαν τέλειο φαρσικό ρολόι και τα κοστούμια της Αλεξάνδρας Κατσαΐτη είναι λειτουργικά.
Ο σκηνοθέτης Βασίλης Θωμόπουλος ξέρει τη φάρσα. Ερχεται κυρίως από την τηλεόραση, αλλά έχει πείρα των ρυθμών.
Ο θίασος έχει στη σύνθεσή του και πολύπειρους και γνώστες του είδους ηθοποιούς και άπειρους στο είδος αλλά πολλά υποσχόμενους.
Ετσι η Μαριάννα Τουμασάτου, μια τέλεια ντάμα με την ιστορική του τύπου δοσολογία, παίζει το είδος στα δάχτυλα, στη ματιά και στη χρήση της ατάκας. Δίπλα της ο Μάριος Αθανασίου έχει και μέτρο και ευέλικτη κίνηση. Ο Κώστας Αποστολάκης, έμπειρος, συχνά φλυαρεί σε δεξιοτεχνία χαλώντας τον ρυθμό των συμπαικτών του χωρίς να κερδίζει το κοινό.
Ο Ρένος Ρώτας, νέος ηθοποιός, έχει σκηνική ευφράδεια και ευφυΐα στα ευρήματα, αλλά θέλει ακόμη τριβή στο είδος.
Η Κλέλια Ανδριολάτου είναι εξελίξιμη νέα ζεν κομίκ, αλλά χρειάζεται μέτρο. Η Μαρία Κορινθίου, εντυπωσιακή παρουσία, δεν ελέγχει πάντα το φωνητικό της όργανο.
Η πολύπειρη Χριστίνα Τσάφου, σ’ έναν πρόχειρα σχεδιασμένο ρόλο, κατορθώνει να τον κάνει και υπαρκτό και διασκεδαστικό και μάθημα μέτρου.
Κείμενο:

Γιώργος Φειδάς

Σκηνοθεσία:

Βασίλης Θωμόπουλος

Σκηνικά:

Αντώνης Χαλκιάς

Κοστούμια:

Αλεξάνδρα Κατσαΐτη

Παίζουν:

Μαριάννα Τουμασάτου, Μάριος Αθανασίου, Κώστας Αποστολάκης, Μαρία Κορινθίου, Ρένος Ρώτας, Κλέλια Ανδριολάτου, Χριστίνα Τσάφου

Πού:

Θέατρο Αθηνά (Δεριγνύ 10

& Πατησίων, τηλ. 210-8237.330)