«Μα πώς του ξέφυγε;». Αυτό αναρωτιούνται ακόμη και φανατικοί αντιλαζοπουλικοί τώρα που άρχισε να καταλαγιάζει κάπως ο κουρνιαχτός από την έκρηξη που προκάλεσε το σχόλιο του Λάκη Λαζόπουλου για τα άτομα με αναπηρία στο «Αλ Τσαντίρι» της περασμένης Τρίτης. Κι αυτό γιατί στον καλλιτεχνικό και παραπολιτικό βίο του, τουλάχιστον στα χρόνια του Μνημονίου, έχει αναδειχθεί σε βιρτουόζο της πόλωσης.

Εξαιρετικός στο να διχάζει και ξέροντας ότι δεν είναι δυνατόν να σε αγαπάνε όλοι, συνάθροιζε στους θαυμαστές – οπαδούς του και αυτούς που αγαπούν να τον μισούν. Και έτσι όλοι ασχολούνταν μαζί του. Τώρα, για πρώτη φορά, πέτυχε τη μεγαλύτερη δυνατή συσπείρωση.

Εναντίον του. Εκ του αποτελέσματος, κρίνεται ως επικοινωνιακό πατατράκ. Από αφηρημάδα, φανατισμό, καλπάζοντα λαϊκισμό ή την εγωκεντρική αίσθηση που αναπτύσσουν όσοι αυτοτοποθετούνται σε ένα φαντασιακό απυρόβλητο; Και τελικά «του ξέφυγε;» ή «ξέφυγε;». Είναι, δηλαδή, κάτι που είπε εν τη ρύμη του λόγου χωρίς να το εννοεί ή συνειδητή άποψη και απλώς ξεπέρασε το ταμπού της διατύπωσης;

«Οσο σκληρό κι αν φανεί αυτό, εγώ θα το πω. Οταν ο άνθρωπος είναι καθηλωμένος σε μια καρέκλα, σιγά σιγά το μυαλό του καθηλώνεται σε μια ιδέα, εγώ το λέω παράνοια, το λέω παραφροσύνη» είπε. Ισχυριζόμενος εκ των υστέρων ότι αναφερόταν αποκλειστικά στον Σόιμπλε.

Τόσο η εισαγωγή της φράσης, όμως, όσο και η εννοιολογική ερμηνεία της δείχνουν συνειδητή σκέψη και προμελέτη και δεν αφήνουν περιθώρια ώστε μην την εκλάβει κάποιος ως ρατσιστικό σχόλιο για τα άτομα με κινητικά προβλήματα. Ακόμη και οι ελάχιστοι διαδικτυακοί υποστηρικτές του δεν αποπειράθηκαν να τον αθωώσουν, αλλά περιορίστηκαν στο να επικρίνουν τους επικριτές του με σχόλια του τύπου: «Μιλάτε για τον Λαζόπουλο εσείς που παρκάρετε τα αυτοκίνητά σας στις θέσεις των ΑμεΑ;».

Του ξέφυγε λοιπόν ή ξέφυγε ο ίδιος. Ακόμη και άτομα του φιλικού του περιβάλλοντος διαπιστώνουν τον τελευταίο καιρό μια ολοένα διογκούμενη εμπάθεια που καταπίνει αμάσητα τα μέχρι τώρα καλλιτεχνικά άλλοθι της εκπομπής του. Ο λαϊκισμός του, που όσο πάει αποκτά την πυκνότητα μπετόν αρμέ, τον έχει μετατρέψει από έναν έστω και ναΐφ πολιτικό παρατηρητή, από έναν αποδέκτη του «Πες τα Λάκη!» σε έναν υβριστή, έναν «Τραμπάκουλα» που κάποιες στιγμές σού δίνει την εντύπωση ότι έχει τον ίδιο κειμενογράφο με τον Στέφανο Χίο.
ΟΥΤΕ ΣΥΓΓΝΩΜΗ. Το ότι ο Λαζόπουλος μάλλον έχει ξεφύγει φάνηκε και όταν, απαντώντας στην έκκληση για συγγνώμη του Γιάννη Βαρδακαστάνη, προέδρου της Εθνικής Συνομοσπονδίας Ατόμων με Αναπηρία, χρησιμοποίησε έναν λόγο στα όρια του εριστικού. Σαν να του κούνησε το δάχτυλο υπενθυμίζοντάς του πώς υποδέχεται τα άτομα με αναπηρία στις παραστάσεις του και επέμεινε ότι οι πολιτικές εμμονές του Σόιμπλε οφείλονται στη σωματική του καθήλωση. Δήλωσε δε έτοιμος να ζητήσει χίλιες συγγνώμες χωρίς όμως να ζητήσει, τελικά, καμία. Γι’ αυτό και του επεστράφη η αιωρούμενη, επιθετική συγγνώμη.

Κάτι που δεν θυμάμαι να έχει ξανασυμβεί σε δημόσιο λόγο. Μάλλον αυτό προκάλεσε και την εμπλοκή του υπουργού Εσωτερικών και Διοικητικής Ανασυγκρότησης Παναγιώτη Κουρουμπλή, που έχει επίσης διατελέσει πρόεδρος της ίδιας συνομοσπονδίας. «Διαφωνώ σε πολλά πράγματα πολιτικά και ιδεολογικά με τον Σόιμπλε, αλλά δεν του χαρίστηκε κανείς.

Το ότι βρέθηκε σε μια δύσκολη στιγμή με το ατύχημα που έπαθε, αλλά δεν ιδιώτευσε, δεν κλείστηκε στον εαυτό του και έγινε μια προσωπικότητα που δεσπόζει στην Ευρώπη είναι αποτέλεσμα προσωπικής προσπάθειας και πείσματος. Δεν του χαρίστηκε κανείς» ήταν η δήλωσή του.

Ο υπουργός Εσωτερικών είναι μέχρι στιγμής το μόνο στέλεχος του ΣΥΡΙΖΑ που πήρε θέση σε αυτήν την ιστορία. Γιατί η σχέση του Λαζόπουλου με το κυβερνών κόμμα φαίνεται να πυροδοτεί τα τελευταία χρόνια τόσο τις δικές του συγκρουσιακές εμμονές όσο και τον διχασμό του κοινού του.

Σχέση βέβαια που επισήμως έχει καταγραφεί σε δύο μόνο περιπτώσεις. Στην παρουσία του στο πάρτι προς τιμήν του Ολάντ τον περασμένο Οκτώβριο στο Gazarte και στο μίνι Υπουργικό Συμβούλιο που έγινε, παρόντος και του Πρωθυπουργού, τον Δεκέμβριο στην επίσημη πρεμιέρα της παράστασής του «Θεέ μου, τι σου κάναμε;». Βέβαια, στις διπλές εκλογές του Μαΐου του 2014 το όνομά του είχε παίξει ως υποψήφιου δημάρχου της Αθήνας και ευρωβουλευτή.

Για την πρώτη περίπτωση, λέγεται ότι τα γκάλοπ της Κουμουνδούρου κατέγραψαν χαμηλότερα από τα αναμενόμενα ποσοστά. Και για τη δεύτερη, ότι ελήφθη κοινή απόφαση από τον Τσίπρα και τον Λαζόπουλο να μην περιοριστεί στον ρόλο του ευρωβουλευτή. «Σε έχω για κάτι καλύτερο» λέγεται ότι, περίπου, του είπε ο σημερινός Πρωθυπουργός. Κάποιοι μάλιστα ερμήνευσαν αυτά τα λόγια ως υπουργοποίησή του στη μελλοντική –τότε –κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ. Λάθος!

Η δημοφιλία ενός καλλιτέχνη μπορεί να του ανοίγει διάπλατα την πόρτα της πολιτικής, η επιδραστικότητα όμως που συνεπάγεται η φήμη του περιορίζεται άμα τη εκλογή του. Ως ελεύθερος σκοπευτής χαίρει μεγαλύτερης αποδοχής και αξιοπιστίας απ’ όση ως εντεταλμένος πολιτικός.

ΑΠΟ ΤΗ ΔΗΜΗΤΡΑ ΣΤΗ ΖΩΗ. Ετσι, επισήμως, ο Λάκης Λαζόπουλος έμεινε μακριά από το στενό περιβάλλον του Πρωθυπουργού. Είναι αρκετά έξυπνος ώστε να μην επαναλαμβάνει σφάλματα τακτικής. Στα χρόνια της παντοδυναμίας τής Δήμητρας Λιάνη-Παπανδρέου, η στενή σχέση του μαζί της αλλά και η παρέμβασή της για προβλήματα λειτουργίας του θεάτρου του ακόμη του χρεώνονται.

Ετσι, ο νέος του πολιτικός «έρωτας» είναι σφοδρός και εμφανής αλλά αχαρτογράφητος. Και η δουλίτσα γίνεται. Παντοιοτρόπως και σε ανύποπτο χρόνο. Για παράδειγμα, στην πρώτη του εκπομπή μετά τις εκλογές του Ιανουαρίου το μόνο κυβερνητικό στέλεχος που σατίρισε ήταν η Ζωή Κωνσταντοπούλου. Με μαύρη περούκα, φραουλί παντελόνι και αχλαδί μαντό.

Από τότε φαίνεται ότι ο Λαζόπουλος έχει αναλάβει να κάνει για τον ΣΥΡΙΖΑ τη βρώμικη δουλειά. Να λέει, με τον τρόπο που τα λέει, αυτά που δεν μπορούν να πουν επίσημα στελέχη. Να επιστρατεύει τα χαρακτηριστικά του αντιπολιτευτικού λόγου, όπως τη μη ελέγξιμη αξιοπιστία, για να υποστηρίξει την κυβέρνηση. Ποιος πολιτικός θα έλεγε αυτό που είπε στο τελευταίο «Αλ Τσαντίρι» και δεν θα τον έπαιρναν στο ψιλό; Οτι δηλαδή οι Γερμανοί μάς απειλούσαν πως αν δεν ψηφίζαμε το Μνημόνιο, θα μας έκοβαν το νερό (προς το παρόν, μεγάλη εταιρεία εισαγωγής ποτών ανακοίνωσε ότι κόβει τις διαφημίσεις της από τα κανάλια που φιλοξενούν τον Λαζόπουλο).
Ομως αυτές οι σχέσεις είναι συνήθως αδιέξοδες. Το σφιχταγκάλιασμα του Λαζόπουλου με την κυβέρνηση μοιάζει να έχει γίνει ασφυκτικό και να αναδεικνύει πλέον τις παθογένειές του. Δεν μπορείς να υποστηρίζεις την εξουσία και τη φυσική (δια)φθορά της με την ίδια ρητορική που την υποστήριζες όταν ήταν μια κατατρεγμένη, απολυμένη καθαρίστρια.

Ετσι, έμεινε εγκλωβισμένος σε έναν ιδεοληπτικό αντιευρωπαϊσμό, μια συμπλεγματική συνωμοσιολογία που εκφράζεται με εμπαθή λόγο ανάμεσα σε χιλιοειπωμένα αστεία για γριές που πέρδονται. Το κοινό του δεν ανήκει πλέον στην, έστω και φλου, Αριστερά αλλά σε μια απολιτίκ μάζα με τάσεις ολοκληρωτισμού. Οσο για τη θεαματικότητα που ο μέσος όρος της ήταν 40,2%, ενώ σε κάποια τέταρτα ξεπέρασε το 46%, δεν είναι πάντα ένδειξη αποδοχής. Καταγράφει και νοσηρή περιέργεια ή τηλεοπτική συνήθεια.

Απ’ όσο ξέρω στην πολιτική δεν υπάρχουν αληθινοί έρωτες. Σε «αγαπάνε» επειδή σε χρειάζονται. Δεν σε χρειάζονται επειδή σε αγαπάνε. Ετσι φοβάμαι πως, στην προκειμένη περίπτωση, όταν η χρήση εκπνεύσει, το διαζύγιο θα είναι τραυματικό. Και για τις δύο πλευρές.