Καιρός δεν είναι για να δούμε αυτές τις ζοφερές μέρες με άλλα μάτια και μια άλλη, χαμένη για την απελπισμένη γενιά των μεγάλων, αθωότητα; Να μιλήσουμε λοιπόν για τα παιδιά πριν μπουν στο κλουβί, πριν παγιδευτούν στο δόκανο της κοινωνικής, πολιτικής, ακόμη και της πολιτιστικής σύμβασης.
Οσοι από τους αναγνώστες μου έχουν ευτυχήσει να μεγαλώσουν παιδιά, όσοι έχουν σκύψει πάνω από την κούνια, έχουν καμαρώσει τα πρώτα ασταθή αλλά τολμηρά βήματα παιδιού θα θυμούνται με αποκαλυπτική έκπληξη το πώς ανακάλυψαν από την αρχή τη γλώσσα μέσα από τις πρώτες απόπειρες ενός παιδιού να εκφράσει με γλώσσα, με οργανωμένο λόγο και ήχο τον κόσμο των νοημάτων. «Αρχή σοφίας η των ονομάτων επίσκεψις» έλεγε ο αρχαίος φιλόσοφος. Μόνο όταν σκύψουμε και κατανοήσουμε τα ονόματα, δηλαδή την ηχητική και οργανικά τυποποιημένη έκφραση αντιστοιχίας νοητικών εικόνων με τον κώδικα της ανθρώπινης επικοινωνίας, αυτό λέει ο σοφός είναι το θεμέλιο κάθε, σε βάθος, γνώσης του κόσμου.
Ενα παιδί εισέρχεται στον κόσμο πέραν των ενστίκτων, όταν αρχίσει να οικοδομεί λόγο και όταν ο λόγος εντάσσεται μέσα στο επικοινωνιακό σύστημα σημάτων και κωδίκων που είναι η γλώσσα.
Η γλώσσα, ύστερα από μεγάλες τιτανομαχίες για τη γέννησή της, είτε δηλαδή με την ηρακλείτεια μέσω του Κρατύλου άποψη πως η γλώσσα είναι φύσει είτε με την πλατωνική – σωκρατική ότι είναι νόμω, φυσική ή συμβατική, είναι σήμερα αποδεκτό, ύστερα από τις νεότερες καταθέσεις από τον Καρτέσιο έως τον Τσόμσκι, ότι είναι δυνάμει για να θυμηθούμε τον παππού Αριστοτέλη, είναι δηλαδή μια δυνατότητα που μεταποιεί το ενστικτώδες συναισθηματικό και βουλητικό υπόβαθρο της φύσης σε είδος, μορφή, οργανωμένο σύστημα συμβόλων.
Η γλώσσα είναι σύνολο συμβόλων που αναφέρεται στην ανάγκη του ατόμου να επικοινωνήσει με τον ΑΛΛΟΝ.
Αν έχετε χαρεί τον τρόπο που ένα παιδί μαθαίνει τη γλώσσα και μπαίνει πλησίστιο στον κόσμο του κοινωνικού γεγονότος είτε αρθρώνει λόγο είτε με τον κώδικα μπράιγ είτε με τη δακτυλική γλώσσα των κωφών, όλα αυτά είναι γλώσσες, συστήματα αναφοράς.
Ενα μέγα σύστημα, ένα ολοκληρωμένο σύστημα επικοινωνίας, άρα οργανωμένης σύμβασης, είναι το θέατρο. Οπως ένα παιδί ανακαλύπτει τις λέξεις, με τον ίδιο τρόπο και πλέον συνθετικά ανακαλύπτει τη «γλώσσα» του θεάτρου.
Ο Αριστοτέλης, ο θεμελιωτής από την αρχαιότητα της θεωρίας της μιμήσεως, δογματίζει ότι η γλώσσα είναι ένα, πρώτο και κύριο, μιμητικό συστατικό της ανθρώπινης κοινωνικοποίησης.
Ο ίδιος μεγαλοφυής φιλόσοφος ορίζει και το θέατρο μίμησιν.
Προσωπικά έμαθα πάνω από τα μισά που αντελήφθην για τη θεατρική μίμηση παρακολουθώντας πρώτα την κόρη μου και τα φιλικά μου παιδάκια να βλέπουν θέατρο και αργότερα ως επαγγελματίας θεατής το παιδικό ακροατήριο των θιάσων που ανέβαζαν θέατρο για παιδιά.
Οφείλουμε ευγνωμοσύνη, η γενιά μου τουλάχιστον, που βρεθήκαμε σε μια συγκυρία που τη σημάδεψε η ιδιοφυΐα της Αντιγόνης Μεταξά – θείας Λένας και αργότερα οι επαγγελματικές θεατρικές παραστάσεις της Ξένιας Καλογεροπούλου, του Δημήτρη Ποταμίτη, της Νανάς Νικολάου, του Γιώργου Μεσσάλα, της διαχρονικής και ανεξάντλητης Κάρμεν Ρουγγέρη, του Φραντζεσκάκη και όλων των νεοτέρων και παλαιοτέρων (και πώς να μην αναφέρω ονομαστικά τη συγκινητική αφοσίωση του Γιάννη Καλαντζόπουλου) που διακονούν αυτόν τον αισθητικά και κυρίως εκπαιδευτικά ευαίσθητο θεατρικό χώρο.
Το θέατρο για παιδιά είναι ένα υψηλών απαιτήσεων μυητικό εργαλείο που εισάγει τον αναπτυσσόμενο άνθρωπο στην ανάγνωση και στην ερμηνεία της ανθρώπινης συμπεριφοράς ως κοινωνικού υποκειμένου.
Η ανθρωπότητα βγήκε από τη ζουγκλαία της περίοδο δημιουργώντας τον Μύθο∙ θυμίζω εδώ πως Μύθος και Λόγος στον Ομηρο σχεδόν ταυτίζονται, διότι βέβαια Λόγος στα αρχαία ελληνικά δεν είναι οι λέξεις, αλλά η ΔΟΜΗ, οι Ηρακλείτειες Συνάψιες.
Αν το θέατρο είναι μίμησις πράξεως σπουδαίας και φαύλης, τότε είναι συνάμα και μια σπουδή των ανθρωπίνων, και τι πιο εκπαιδευτικά νόμιμο το θέατρο να γίνει ο παιδαγωγός, το διάμεσον για να συλλάβει ένα παιδί μέσω των συμβόλων και των αναλογιών τα κλιμάκια της κοινωνικής συνθήκης.
Ο Σαίξπηρ όριζε το θέατρο καθρέπτη της κοινωνίας και ο Γκόγκολ συμβούλευε τον καθρεπτιζόμενο στο θεατρικό κάτοπτρο αν δεν του αρέσει ό,τι βλέπει να τα βάζει με τα μούτρα του και όχι με την αλήθεια του καθρέπτη.
Ο προθάλαμος της θεατρικής μύησης των παιδιών είναι το παιχνίδι. Ο Σαρτρ αρχίζει το αυτοβιογραφικό του «Οι λέξεις» με τη φράση «όταν ήμουν αυτοκίνητο»! Οταν έπαιζα τις κουμπάρες, τους κλέφτες και τους αστυνόμους, τη μαμά και τον μπαμπά κ.λπ. μέσω της μιμήσεως προσπαθούσα να καταλάβω την κοινωνική σύμβαση. Ετσι ο Πλάτων απαγόρευσε το θέατρο στη μελλοντική πολιτεία, διότι δογμάτισε πως αφού η πολιτεία είναι μίμησις της πολιτείας των ιδεών, τότε ό,τι μιμείται το είδωλό της διαπράττει από τρίτου μίμησιν, μίμησιν μιμήσεως, άρα αποστασιοποιείται από την αλήθεια. Ελα όμως που αυτή η μίμησις μιμήσεως είναι όχημα που μέσω της ψυχαγωγίας και της απόλαυσης γίνεται Δάσκαλος!
Ως επαγγελματίας θεατής αποφεύγω λόγω της πληθώρας των θιάσων (ευτυχώς!) που ειδικεύονται στο θέατρο για παιδιά να αδικήσω κάποια παράσταση –αφού το θέατρο για τους μεγάλους (εξίσου ευτυχώς πληθώρα θιάσων) με απορροφά –και δεν καλύπτω κριτικά αυτόν τον χώρο. Και για έναν άλλον λόγο: δεν χρειάζεται να μπάσουμε γονείς και παιδιά στην κριτική αντιπαράθεση. Ο,τι και να είναι, μια θεατρική διαδικασία για παιδιά είναι μύηση, ιδίως όταν τα παιδιά έρχονται πρώτη φορά σε τρυφερή ηλικία σε επαφή με το μυστήριο της μιμήσεως.
Χρονιάρες μέρες όμως θα κάνω μια εξαίρεση πρώτα για να εκφράσω τον θαυμασμό μου για έναν νέο, εκπληκτικό θεατρικό πολυδύναμο χώρο που παραχωρήθηκε από το Μέγαρο Μουσικής στην πάντα ερευνητική και ανήσυχη, και στη συγκεκριμένη περίπτωση ανιδιοτελή, Τατιάνα Λύγαρη. Στα υπόγεια αυτού του έξοχου πολιτισμικού πολυχώρου υπάρχει μια μακρόστενη αίθουσα που διαμορφώθηκε σε ένα δρομικό θέατρο με εκπληκτικά τεχνικά εφόδια, ένα θεατρικό Πλέι Μομπίλ. Ο έξοχος Γ. Γαλίτης έχει διασκευάσει θαυμαστά τον πολυδιαβασμένο «Γύρο του κόσμου σε 80 μέρες» του Βερν, ο εικαστικός Πρωτέας Γιάννης Μετζικώφ σχεδίασε εκατοντάδες κοστούμια και οργάνωσε τον σκηνογραφικό πλούτο που άλλαζε μπροστά στα μάτια των παιδιών, και ένα παζλ που μυθοποιούσε την πολυδαίδαλη πραγματικότητα, και ο καθηγητής και εύφορος συνθέτης Μηνάς Αλεξιάδης με μια ζωντανή ορχήστρα επί σκηνής δίνει στον ευφάνταστο, γοητευτικό και «εγκυκλοπαιδικό» μύθο του Βερν τη λυρική του διάσταση.
Η Πέπη Ζαχαροπούλου δίδαξε κίνηση και χορό και ο πάντα σοφός του φωτός Σάκης Μπιρμπίλης αρχιτεκτόνησε τον αχανή χώρο με φωτιστικό οικοδόμημα. Αλλά πίσω από όλα είναι η δαιμόνια παρουσία και λαχτάρα για τελειότητα της Λύγαρη.
Ο πολυπληθής θίασος είναι έξοχος. Χαρίζει στα παιδιά με τα έκπληκτα μάτια και τα χάσκοντα στοματάκια ευφορία. Χωρίς διάκριση, αναφέρομαι τιμητικά και στ’ όνομά του παραπέμπω κ’ όλους τους άξιους συναδέλφους τους που διακονούν το θέατρο για παιδιά: Τ. Γιωτοπούλου, Δημήτρης Διακοσάββας, Π. Κλίνης, Λάμπρος Παπαγεωργίου, Πάνος Παπαγεωργόπουλος, Νίκος Παπαδομιχελάκης, Κώστας Πέτρου, Στέφη Πουλοπούλου, Σαμψών Φύτρος.