ρόσφατα και στην επιφυλλίδα του Σαββάτου αναφέρθηκα στο διαχρονικό μήνυμα και την ευρωπαϊκή εκπαιδευτική επιρροή της «Αντιγόνης» του Σοφοκλή. Εξάλλου, αυτό το θεμελιώδες κείμενο, το κατεξοχήν βάθρο του ευρωπαϊκού ανθρωπισμού, είναι λίγο – πολύ οικείο στον έλληνα απόφοιτο γυμνασίου και λυκείου. Από την άλλη, η τραγωδία του Σοφοκλή είναι ίσως η πιο πολυπαιγμένη στα αρχαία αμφιθέατρα, στις κλειστές αίθουσες, στα γήπεδα αλλά και στα σχολεία, αφού ως εφαρμογή της διδασκαλίας της δοκιμάζεται και στη σκηνική πράξη στο σχολικό και ερασιτεχνικό θέατρο.
Ας είμαστε ειλικρινείς, την καταφυγή στο αρχαίο δράμα, στη μελέτη του αλλά και στην παραστασιακή του δοκιμασία την οφείλουμε στους Ευρωπαίους και κυρίως στους φιλοσόφους και τους λογίους του νεοκλασικισμού (π.χ. Βολταίρος) και του ρομαντισμού (Εγελος, Λέσινγκ κ.λπ.).
Οι πρώτες μεταφράσεις της «Αντιγόνης» έγιναν ήδη από τις αρχές του 19ου αιώνα, όταν άρχισαν μέσω του πανεπιστημίου να διδάσκονται οι τραγικοί από τις στερεότυπες εκδόσεις, κυρίως της Λειψίας, στο πρωτότυπο.
Στο πρωτότυπο έγιναν και οι πρώτες παραστάσεις στην Ελλάδα, στο διαμορφωμένο σε δυτικού τύπου σκηνή με αυλαία (!) ερειπωμένο Ηρώδειο, ακόμη και με την ευκαιρία της ανάρρησης στον θρόνο του βασιλέως Γεωργίου Α’!
Υστερα άρχισαν να εμφανίζονται οι μεταφράσεις στην καθαρεύουσα, π.χ. του Ραγκαβή. Ο περίφημος γλωσσαμύντορας καθηγητής Μιστριώτης με φοιτητές στον Χορό, αλλά με επαγγελματίες ηθοποιούς στους ρόλους (Δημήτριο Κοτοπούλη, Μέγγουλα κ.λπ.), ανέβαζε «Αντιγόνη» στα αρχαία ελληνικά και προπηλάκιζε κάθε απόπειρα παράστασης σε μετάφραση έως τα αιματηρά επεισόδια του 1903 με τα «Ορεστειακά», όπου ματοκυλίστηκε η Αθήνα επειδή ανέβαινε στο Βασιλικό Θέατρον (που επιδοτούσε το παλάτι και την παράσταση σε μετάφραση υπερασπίζονταν η χωροφυλακή και ο στρατός και στο πρωτότυπο μαγκουροφόροι φοιτητές Φιλολογίας!) σε μετάφραση καθηγητή πανεπιστημίου – αρχαιολόγου, του Γ. Σωτηριάδη.
Η ΚΥΒΕΛΗ. Στο Ελεύθερο λεγόμενο Θέατρο η Κυβέλη έπαιζε σε μετάφραση την «Αντιγόνη» και στη Νέα Σκηνή του Κ. Χρηστομάνου η «Αντιγόνη» ανέβηκε σε μετάφραση Κωνσταντίνου Μάνου, κορυφαίου δημοτικιστή που μετέφρασε την τραγωδία σε δημοτικά στιχάκια ομοιοκατάληκτα. Επανάσταση για την εποχή.
«Αντιγόνη» έπαιζαν όλοι οι περιοδεύοντες θίασοι στον Μεσοπόλεμο στα μεγάλα κέντρα του απόδημου ελληνισμού: Κωνσταντινούπολη, Αλεξάνδρεια, Σμύρνη, Νέα Υόρκη.
Μέσα στην Κατοχή ο Μουζενίδης ανέβασε στο Ηρώδειο «Αντιγόνη» με τη μεγάλη Ελένη Παπαδάκη και τον Βεάκη.
Και με «Αντιγόνη» εγκαινιάστηκε η δεύτερη επίσης διοργάνωση των Επιδαυρίων το 1956, με σκηνοθέτη τον Μινωτή και Αντιγόνη τη Συνοδινού, Κρέοντα τον Κωτσόπουλο, Αίμονα τον Παπαμιχαήλ, σε μετάφραση του Γρυπάρη, με μουσική Γιάννη Παπαϊωάννου. Θυμάμαι πως η ορχήστρα ήταν ζωντανή (τότε δεν υπήρχε μαγνητόφωνο) και έπαιζε πίσω από το σκηνικό. Τη διηύθυνε ο Μάνος Χατζιδάκις.
Εκτοτε η «Αντιγόνη» έγινε αφορμή για να δοκιμάσουν την αισθητική και ιδεολογική τους αρματωσιά δεκάδες σκηνοθέτες: ο Ευαγγελάτος, ο Ρεμούνδος, ο Λ. Βογιατζής, ο Κιμούλης.
Φέτος, τη δύσκολη για όλα και όλους χρονιά, την προσέγγισε ο Θέμης Μουμουλίδης με την καλλιτεχνική του εταιρεία 5η Εποχή σε συνεργασία με το ΔΗΠΕΘΕ Βέροιας. Η νέα μετάφραση έγινε από την Παναγιώτα Πανταζή, έγκυρη μεταφράστρια σε κλασικά κείμενα του θεάτρου, που τώρα πρωτοεπιχειρεί μετάφραση αρχαίου ποιητικού κειμένου. Ούσα φιλόλογος το δικαιούται και διαπίστωσα πως ο ρυθμός της στιχουργίας της μου ήταν οικείος. Και την ευχαριστώ.
Είδα την παράσταση –εναρκτήρια της περιοδείας –στο Θέατρο Παπάγου. Το σκηνικό της Κοκκορού δύσκολα χωρούσε στον χώρο και δύσκολα ο χώρος το ανεχόταν. Αλλά τα κοστούμια της είχαν ενότητα ύφους και γούστο.
Ο Σταύρος Γασπαράτος είναι, κατά τη γνώμη μου, η μεγάλη κατάκτηση του θεάτρου μας στη σκηνική μουσική. Ξέρει τι σημαίνει μουσικό βάθος στον ποιητικό λόγο. Εκείνο που δεν αντιλαμβάνομαι είναι γιατί ενώ το έχει αρνείται να μελοποιεί χορικά, αρνείται πως ο Χορός είναι λυρικό στοιχείο στο δράμα. Ενώ είναι και ευτυχής μελωδιστής όταν το επιδιώκει.
ΟΙ ΕΡΜΗΝΕΙΕΣ. Εκτιμώ το τάλαντο και την ευαισθησία της Ιωάννας Παππά, την έχω χαρεί σε δικές μου μεταφράσεις, στην «Ιφιγένεια εν Αυλίδι», στις «Τρωάδες». Η φύση της φωνής της, η τονικότητά της δεν μπόρεσε να αποδώσει το ηρωικό ήθος της Αντιγόνης. Δεν είχε την επιθετικότητα του ρόλου, παρέμεινε παθητική ενζενί. Νομίζω πως ήταν λάθος διανομής.
Η Λουκία Μιχαλοπούλου που υποδύθηκε την Ισμήνη και που ο ρόλος τη θέλει παθητική κυριάρχησε στις μεταξύ των δύο αδελφών συγκρούσεις. Επρεπε να αλλάξουν ρόλους για λόγους και μόνο ενορχήστρωσης.
Ο Τσακίρογλου (Κρέων) με την πείρα του, τη θηριώδη τεχνική του και το κύρος της παρουσίας του επιβλήθηκε.
Ο Νίκος Αρβανίτης (Τειρεσίας), όπως πάντα, βρίσκει τον στόχο του ρόλου και τον τοξεύει με ακρίβεια.
Ο Σταύρος Ζαλμάς (Φύλακας και Αγγελος) και ο Χρήστος Πλαΐνης (Εξάγγελος) είχαν ευφράδεια, ρυθμό και στέρεη παρουσία.
Ο νεαρός Γιώργος Παπαπαύλου (Αίμων) είχε τσαγανό, σκηνικό ήθος και λόγο ευκρινή.
Ο Χορός, οδηγημένος από την έμπειρη χορογράφο Ελενα Γεροδήμου, κινήθηκε και τίμησε με ύφος και ήθος πρέπον τον λυρικό λόγο.
Μια παράσταση τίμια και σεβαστική στο είδος.

INFO

Μετάφραση:

Παναγιώτα Πανταζή

Σκηνοθεσία:

Θέμης Μουμουλίδης

Σκηνικά:

Παναγιώτα Κοκκορού

Μουσική:

Σταύρος Γασπαράτος

Παίζουν:

Ιωάννα Παππά, Νικήτας Τσακίρογλου, Λουκία Μιχαλοπούλου, Νίκος Αρβανίτης, Σταύρος Ζαλμάς, Χρήστος Πλαΐνης, Γιώργος Παπαπαύλου

Παίζεται:

Απόψε στην Ηλιούπολη (Δημοτικό Θέατρο του Αλσους), 15/7 στην Πετρούπολη (Θέατρο Πέτρας)