Η Σουηδία είναι η πιο φιλική χώρα προς τους μετανάστες, με δεύτερη την Πορτογαλία και τρίτη τη Νέα Ζηλανδία. Η Τουρκία βρίσκεται στην τελευταία θέση του σχετικού καταλόγου με 38 χώρες του κόσμου. Στην ίδια έκθεση η Ελλάδα καταλαμβάνει την 27η θέση στον MIPEX, τον δείκτη για την Πολιτική Αφομοίωσης των Μεταναστών που εκδίδεται ετησίως. Μόνο 41% των Ελλήνων υποστηρίζουν πως η χώρα μας καλοδέχεται τους μετανάστες, ενώ τα 2/3 δηλώνουν πως οι μετανάστες δεν συμβάλλουν ούτε οικονομικά ούτε πολιτισμικά.
Για τη διαμόρφωση του δείκτη ΜΙΡΕΧ συγκρίνονται οι μεταναστευτικές πολιτικές 38 κρατών, δηλαδή των μελών της ΕΕ καθώς και των Αυστραλίας, Καναδά, Ισλανδίας, Ιαπωνίας, Νότιας Κορέας, Νέας Ζηλανδίας, Νορβηγίας, Ελβετίας, Τουρκίας και ΗΠΑ. Χρησιμοποιούνται 167 παράγοντες που συμβάλλουν στο να διαμορφωθεί μια πολυδιάστατη εικόνα των ευκαιριών που έχουν οι μετανάστες για να συμμετέχουν σε κάθε κοινωνία. Μετρώνται, μεταξύ άλλων, η ανεργία, τα εισοδήματά τους, οι ευκαιρίες κοινωνικής και πολιτικής αφομοίωσης, οι παροχές υγείας και εκπαίδευσης στις οποίες έχουν πρόσβαση, το εάν μπορούν να ξανασυναντηθούν με τις οικογένειές τους και κατά πόσο είναι εύκολο να πάρουν υπηκοότητα.
Για παράδειγμα, οι ερευνητές βρήκαν πως παρότι η Βρετανία έχει μερικούς από τους πιο σκληρούς νόμους εναντίον των διακρίσεων, είναι αυτή τη στιγμή το πιο δύσκολο μέρος στον αναπτυσσόμενο κόσμο για να ενωθούν και πάλι οικογένειες τα μέλη των οποίων έχουν διασκορπιστεί. Επίσης είναι μια χώρα όπου ο δρόμος προς την απόκτηση υπηκοότητας είναι εξαιρετικά δαπανηρός.
Ο διευθυντής της έρευνας Τόμας Χάντλστον παρατηρεί πως οι διαφωνίες μέσα στην Ευρωπαϊκή Ενωση για την αντιμετώπιση της μεταναστευτικής κρίσης προκαλούν αντιδράσεις μέσα στις χώρες που πλήττονται περισσότερο, όπως η Ελλάδα και η Ιταλία, και μπερδεύουν τον κόσμο. «Το κοινό νομίζει ότι όταν μιλάμε για μετανάστευση, αναφερόμαστε σε πρόσφυγες που φθάνουν ρακένδυτοι με σαπιοκάραβα. Ομως όχι, μιλάμε για ανθρώπους που έχουν εγκατασταθεί σε κάθε χώρα –πέντε, δέκα, ακόμα και είκοσι χρόνια».
Στην Ελλάδα που είχε στείλει μετανάστες στο εξωτερικό από τη δεκαετία του ’70, το 7,3% των πολιτών έχει γεννηθεί στο εξωτερικό (και εξ αυτών το 75% εκτός ΕΕ). Τα ποσοστά ανεργίας στη χώρα μας έχουν

αυξηθεί περισσότερο απ’ ό,τι σε κάθε άλλη χώρα της ΕΕ μετά το ξέσπασμα της κρίσης και αυτό φυσικά αφορά και τους μετανάστες –αυτή τη στιγμή υπολογίζεται ότι εργάζεται μόνο το 50% εξ αυτών. Τα κύματα άφιξης προσφύγων αυξάνονται, ωστόσο, αντίθετα, έχουν μειωθεί στο μισό οι νόμιμες αφίξεις μεταναστών από την έναρξη της κρίσης.

Η κατάσταση στη χώρα μας θεωρούνταν ότι είχε βελτιωθεί από το 2010 όσον αφορά την υιοθέτηση νόμων για την υπηκοότητα και το δικαίωμα ψήφου, όμως γίναμε η πρώτη χώρα στην πρόσφατη Ιστορία, όπως αναφέρει η έκθεση, που ανακάλεσε το δικαίωμα ψήφου των μεταναστών ενώ πολλά παιδιά μεταναστών που έχουν γεννηθεί στην Ελλάδα δεν απολαμβάνουν ίσα δικαιώματα και κάποια δεν έχουν ακόμα ούτε νόμιμα έγγραφα. Στην έκθεση τονίζεται ότι μένουν πολλά ακόμα να γίνουν στον τομέα της αφομοίωσης των μεταναστών και η ανάγκη γι’ αυτά «είναι σήμερα μεγαλύτερη από ποτέ».

«Χρειάζονται μέτρα για να αλλάξειη νοοτροπία»

Ο επικεφαλής της έρευνας τονίζει πως πρέπει να γίνουν πολλά ακόμα προκειμένου να βελτιωθεί η αφομοίωση των μεταναστών στις νέες χώρες προορισμού που βρίσκονται στην Κεντρική και τη Νότια Ευρώπη, ώστε να εμποδιστεί η ενίσχυση ενός αντιμεταναστευτικού κλίματος. «Πρέπει να ληφθούν συγκεκριμένα μέτρα για να αλλάξει η νοοτροπία», δήλωσε ο Τόμας Χάντλστον.

Το μεγάλο παράδοξο της Δανίας

Η Δανία αποτελεί παράδοξο. Ενώ είναι η χώρα που έχει σημειώσει τη μεγαλύτερη βελτίωση στον τομέα της αφομοίωσης των μεταναστών στην κοινωνία της, φαίνεται διατεθειμένη να επιβάλει πιο αυστηρούς ελέγχους στα σύνορα. Αυτό ανακοίνωσε χθες ο νέος υπουργός Εξωτερικών της χώρας Κρίστιαν Γένσεν, προσθέτοντας όμως ότι αυτοί οι έλεγχοι θα γίνουν στο πλαίσιο της ευρωπαϊκής Συμφωνίας του Σένγκεν. «Θα προτείνουμε κάτι που συμμορφώνεται με τη Συνθήκη Σένγκεν και θα υπάρξει διάλογος με τις Βρυξέλλες και την Κομισιόν, αλλά και με τις γειτονικές μας χώρες», δήλωσε ο Γένσεν μετά τη συνάντησή του στο Βερολίνο με τον γερμανό ομόλογό του Φρανκ – Βάλτερ Σταϊνμάγερ.