Κάποιοι, λοιπόν, θαυμάζουν την ελληνική θεατρική παραγωγή στα χρόνια της κρίσης. «Τι ωραίο θέατρο που έχετε! Και τι ταλέντα!». Ωραίος αφορισμός. Κολακευτικός. Ανήκει σε δύο φίλους δημοσιογράφους - από τη Γερμανία και από τη Βρετανία - που είδαν από τρεις παραστάσεις έκαστος στην Αθήνα, εντυπωσιάστηκαν και αποφάνθηκαν.
Οχι ότι έχουν άδικο. Και καλό θέατρο έχουμε, και πολλά ταλέντα - ερμηνευτικά και όχι μόνο -, και κυρίως πλούσια θεατρική παραγωγή έχουμε: τις 1.400 παραστάσεις τον χρόνο, που μετρήθηκαν το 2014 σε Αθήνα και περιφέρεια, θα τις ζήλευε κάθε ευρωπαϊκή πόλη που σέβεται τον εαυτό της και την αρχαία τέχνη του θεάτρου.
Πλούσιο θέατρο είπαμε; Μάλλον πληθωρικό. Εστω και αποπληθωρισμένο καθώς τα 25άρια και τα 45άρια (ευρώ σε εισιτήρια) που βλέπαμε τα τελευταία χρόνια έχουν «συμμαζευτεί» σε 18άρια και 15άρια. Αργά και σιωπηρά. Αν πάρει κάποιος αψήφιστα αυτά τα εντυπωσιακά νούμερα, των 1.400 παραστάσεων και των κοντά 450 θεατρικών χώρων στην Ελλάδα της κρίσης, θα θεωρήσει ότι το ελληνικό θέατρο δεν τα έχει βρει τόσο σκούρα. Αυτή η πληθωρισμένη ψευδαίσθηση, που δεν την έχουν γευτεί χώρες που πέρασαν τη στενωπό και νωρίτερα από μας, ξεγελά. Ακόμη και όταν συγκρίνεται με την καθίζηση - εμπορικά τουλάχιστον - άλλων χώρων της τέχνης εν Ελλάδι.
Από τα κέντρα στο σανίδι
Οταν ξέρει, ας πούμε, ότι από τα 10.000.000 εισιτήρια ετησίως που μετρούσαν οι κινηματογραφικές εταιρείες διανομής μετά την έλευση των μούλτιπλεξ έχουμε περάσει (στη βουτιά) και το όριο των 5.000.000. Ή όταν βλέπει τα νυχτερινά κέντρα διασκέδασης, περίφημους ναούς μαύρου χρήματος και επίδειξης ευμάρειας στα χρόνια των μεγάλων ψευδαισθήσεων και των ακριβών τζιπ, να κλείνουν και τους αοιδούς να αφήνουν το μικρόφωνο για να προκαλέσουν ντεσιμπέλ σούσουρου πατώντας με πείσμα το θεατρικό σανίδι. Οταν ο Γιώργος Μαζωνάκης γίνεται κομπέρ στο «Rocky Horror Picture Show» και ο Γιώργος Μαργαρίτης μας προϋπαντά στον «Αγαπητικό της βοσκοπούλας», ο Σάκης Ρουβάς βάζει την προβιά (λεοντή, αν θέλετε) του «Ηρακλή» και η Αννα Βίσση χτυπάει τις «Καμπάνες του Εντελβάις». Για να το γυρίζουν όλοι αυτοί στο θέατρο, σου λέει ο επιπόλαιος παρατηρητής, το θέατρο έχει - ακόμη - ψωμί. Εκτίμηση που εξάγεται με την ίδια - αβασάνιστη - ευκολία με εκείνη που θέλει το πληθωρισμένο θέατρο να είναι δείγμα επιβίωσης στην κρίση. Αφού τόσο πολλοί ασχολούνται σημαίνει πως ευημερεί, αλλιώς πώς τα βγάζουν πέρα;
Εδώ ακριβώς είναι η παρανόηση. Δεν τα βγάζουν πέρα, θα ήταν η εύκολη απάντηση. Στα χρόνια της κρίσης, το θέατρο κινείται στην ουσία του αντίστροφα από τα εντυπωσιακά νούμερα του πληθωρισμού του. Το 2009 οι παραστάσεις να ήταν κοντά στις 500 και στο ζοφερό 2014 να φτάσαμε σχεδόν στις τριπλάσιες. Τα εισιτήρια έχουν πάρει την κατιούσα και οι προσφορές, οι εκπτώσεις και οι «ειδικές τιμές» την ανιούσα. Ομως για τους κοντά 5.000 ανθρώπους που ασχολούνται με το θέατρο - κάπου 3.000 ηθοποιοί και 2.000 συντελεστές, κατ' εκτίμηση - οι συλλογικές συμβάσεις εργασίας (η τελευταία, για τις κρατικές σκηνές, κατατέθηκε τον Ιούνιο του 2013) αποτελούν παρελθόν και ο μέσος μισθός έχει πέσει από τα 750 στα 500 ευρώ. Και αυτό για τους «καλοπληρωμένους» και για όσους ακόμη δουλεύουν ως μισθωτοί έστω και για το εξάμηνο της θεατρικής σεζόν. Σε κάποιες περιπτώσεις ακόμη και για «πρώτα» ονόματα, που και σε μεγάλους χώρους δεν ξεπερνούν τα 1.100 ευρώ τον μήνα (στο χέρι).

Η μείωση των εισιτηρίων
Οι υπόλοιποι πληρώνονται - αν πληρώνονται - με ποσοστά της τάξης του 10% επί των εισιτηρίων, τα οποία με τη σειρά τους έχουν ήδη μειωθεί κατά 50-60%. Αν, δε, υπολογίσουμε και τις εκπτώσεις και τις προσφορές ή τα εισιτήρια ανέργων και ειδικών ομάδων (που όλο και αυξάνονται μέσα στην κρίση, σε μια ύστατη προσπάθεια να κρατηθεί το κοινό, που πλέον έχει όλο και λιγότερα να διαθέσει), το ποσοστό αυτό θα πρέπει να το υπολογίσουμε μειωμένο τουλάχιστον κατά 75% από το 2009-2010.
Το παλιό ανέκδοτο «ηθοποιός σημαίνει φως - και νερό και τηλέφωνο» έγινε σκληρή πραγματικότητα. Και δεν είναι η ανεργία που το έκανε. Εχει ανθρωπιστικό ενδιαφέρον η διαδικτυακή διασπορά ειδήσεων περί των τεσσάρων χρόνων που πέρασαν άνεργοι γνωστοί ηθοποιοί (όπως η Κωνσταντίνα Μιχαήλ) ή περί των δύο σεζόν στο ταμείο ανεργίας που πέρασαν άλλοι (όπως ο Οδυσσέας Σταμούλης), συγκινεί το κοινό αίσθημα το γεγονός ότι ο Τάσος Χαλκιάς αναγκάστηκε να κλείσει τη δραματική σχολή του ή ότι ο Γιώργος Σεϊταρίδης αναγκάστηκε να αφήσει τη σκηνή για να παράγει μέλι στο Πήλιο (αν και φέτος επέστρεψε στη σκηνή του Vault πλησίστιος), αλλά στην πραγματικότητα μιλάμε για μερικά γνωστά ονόματα του θεατρικού σανιδιού που η μοίρα τους γαργαλάει τα αφτιά του κοινού με κάποια κουτσομπολίστικη διάθεση.
Το υπόλοιπο 99%; Αν λάβουμε υπόψη το επίσημο ποσοστό της ανεργίας, ειδικά των ηθοποιών, που εκτιμήθηκε πρόπερσι στο 7% και στην πραγματικότητα φέρεται να ήταν δεκαπλάσιο - ή ένα ζοφερό 97%, σύμφωνα με δηλώσεις του Βασίλη Μπισμπίκη -, θα πρέπει να δεχτούμε ότι 1.400 παραστάσεις στήνονται κατά ένα μεγάλο ποσοστό από - επισήμως - ανέργους. Οχι ότι η πραγματικότητα δεν τους φέρεται σαν να είναι άνεργοι. Είτε υποπληρωμένοι - και κάτω από 300 ευρώ τον μήνα για δύο έως τέσσερις παραστάσεις την εβδομάδα, με δύο - τρεις μήνες απλήρωτης πρόβας - είτε κακοπληρωμένοι (τουλάχιστον σε τρία μεγάλα θέατρα ηθοποιοί έχουν καταγγείλει ότι πληρώθηκαν ακόμη και δύο χρόνια μετά), φτάνουν να δέχονται να δουλεύουν έστω και για τη στοιχειώδη ασφάλισή τους. Πενιχρή κι αυτή. Αν και όποιοι έχουν έστω και αυτή την ανταμοιβή. Διότι το μεγάλο μέρος, ειδικά όσοι δουλεύουν με την υπόσχεση ποσοστών, δεν πληρώνεται καν καθώς όλα τα - περιορισμένα δραματικά - έσοδα καλύπτουν το ενοίκιο του χώρου, κάποια πνευματικά δικαιώματα, ίσως και μια ελάχιστη προβολή της δουλειάς τους.
Το χειρότερο; Αυτό το σκηνικό τείνει να εδραιωθεί στα χρόνια που το ελληνικό θέατρο δίνει, με αυτοθυσία όπως προκύπτει από τα παραπάνω, τη δική του δραματική παράσταση στα χρόνια της κρίσης. Και όχι μόνο ως «καθεστώς». Αλλά και στη συνείδηση του κοινού, πέρα από το γεγονός ότι καθιερώνεται και στη συνείδηση των ίδιων των λειτουργών του, οι οποίοι με άλλοθι - δυστυχώς - την αγάπη τους για το θέατρο αναγκάζονται να απαρνούνται τη βασική αρχή κάθε επαγγελματισμού: την αμοιβή. Αυτό όμως τείνει σε έναν δραματικό - αν όχι τραγικό, για να μιλάμε με όρους αρχαίου δράματος - και επικίνδυνο απο-επαγγελματισμό.
Αν εδραιωθεί κι άλλο αυτή η κατάσταση στο συλλογικό υποσυνείδητο σε λίγο θα θεωρείται δεδομένη και ο κόσμος του θεάτρου θα φτάσει να είναι, πόσω μάλλον να αντιμετωπίζεται σαν ένα τσούρμο από απλήρωτους ερασιτέχνες - πέρα από τον επαγγελματισμό και το ταλέντο καθενός - που δουλεύουν αμισθί ή δωρεάν για «να κάνουν το ψώνιο τους» ή έστω το μεράκι τους.
Η δύναμη του σκηνοθέτη
Δεν είναι τυχαίο ότι σε αυτή την παράσταση σε τεντωμένο σκοινί αφανίζονται σιγά σιγά βασικές - επαγγελματικές κατ' αρχάς - δραστηριότητες της παραστατικής τέχνης, όπως εκείνη του σκηνογράφου ή του μουσικού. Αντικαθίστανται από πρόχειρες λύσεις μερικών αντικειμένων φροντιστηρίου (που συνήθως βρίσκουν τον δρόμο για τη σκηνή από αποθήκες ή σπίτια μελών του θιάσου) ή από μια μουσική επιμέλεια που αναλαμβάνει κάποιος φίλος ή και ο ίδιος ο θίασος.
Κάποια ονόματα του θεάτρου, επαγγελματίες ηθοποιοί, θεωρούν την κρίση ως ευκαιρία για «δημιουργικό ξεσκαρτάρισμα», με την έννοια ότι η αδυναμία να συντηρηθούν τόσες θεατρικές σκηνές θα στείλει πολλούς στα σπίτια τους. Μόνο που αυτό το «δημιουργικό ξεσκαρτάρισμα» μπορεί να ιδωθεί και αρνητικά. Δεν ξεχωρίζει μόνον η ήρα από το στάρι, αλλά αφανίζονται και βασικά «θρεπτικά» συστατικά του θεάτρου. Και της θεατρικής μαγείας.
Μπορεί δε το ομαδικό πνεύμα αντιμετώπισης της κρίσης να δείχνει γενναιότητα, αψηφώντας τον εχθρό που με τη λιτότητα - ίσως και την ανέχεια - επιχειρεί να φιμώσει τη φωνή τόσων και τόσων νέων με ταλέντο και αφοπλιστική μαχητικότητα, που σπουδάζουν με 180 έως 460 ευρώ τον μήνα (κι ας μην τα έχουν κάποιοι) και επιμένουν να αποφοιτούν από τις όποιες κρατικές και ιδιωτικές δραματικές σχολές, όμως το ίδιο αυτό πνεύμα λιπαίνει το δέντρο του επικίνδυνου απο-επαγγελματισμού. Η ευκολία με την οποία ανοίγουν, παρά τον θεατρικό πληθωρισμό, νέοι χώροι, «χειροποίητοι» ή μη, και προσφέρονται απλά έναντι ενός κάποιου τιμήματος σε όποια ομάδα ή παρεούλα θέλει, αποφοιτώντας, να κάνει το μεράκι της, βάζει κι αυτή το λιθαράκι της στην «άλλη» κρίση του ελληνικού θεάτρου.
Σε αυτές τις ομάδες, που μπορεί να έχουν να επιδείξουν εξαιρετικά νέα ταλέντα και να τολμούν να υλοποιήσουν ιδέες που καθιερωμένοι χώροι και θεατρικοί θεσμοί δεν μπαίνουν στη διαδικασία να αγγίξουν, ο ισχυρότερος παραμένει ο σκηνοθέτης ή όποιος χρίζεται σκηνοθέτης. Και εκείνος, άπειρος ή κάπως πιο έμπειρος από τα άπειρα μέλη της ομάδας, μπορεί να είναι δέσμιος προκάτ απόψεων για έργα, εικόνες ή δράσεις και μέσα στη φούρια «άντε να κάνουμε πρόβες, να το ανεβάσουμε, γιατί το νοίκι τρέχει» να μη σκύψει με συγκέντρωση, υπομονή κι επιμονή πάνω από το πρωταρχικό μέλημα και λειτουργία του θεάτρου, που είναι η επικοινωνία του κειμένου. Οι προκάτ απόψεις δίχως δουλειά και εμβάθυνση στην ουσία κινδυνεύουν να αποδειχθούν κενό γράμμα ή να μείνουν ανεπίδοτες την ώρα που θα αντιμετωπίσουν το κοινό. Πρακτική που μόνο σε επαγγελματίες του θεάτρου δεν ταιριάζει.
Ο Κάφκα στη σκηνή
Και κάτι ακόμη: αυτή η πρακτική όλα τα επιτρέπει. Και η παραστασιακή ανάγκη επίσης. Ετσι, χάριν εντυπωσιασμού, μπορεί μια όμορφη κοπελίτσα να βρεθεί αντιμέτωπη με έναν ρόλο πολυδιάστατο και πιο βαθύ, που η απειρία της δεν την αφήνει να τον πάει παραπέρα, να εμβαθύνει. Ή ακόμη και να υποτιμάται ή να αποσιωπάται ένας ρόλος υπέρ κάποιων άλλων πιο εύκολων και αβανταδόρικων ακριβώς λόγω έλλειψης εμπειρίας σε βουτιές στα πιο βαθιά και ανεξερεύνητα θεατρικά ύδατα. Αυτό δεν είναι άραγε «δημιουργικό ξεσκαρτάρισμα» με την κακή την έννοια;
Αυτός είναι και ο λόγος που η λογοτεχνία (ή θραύσματά της) παρεισφρέουν όλο και πιο συχνά, ειδικά στα χρόνια της κρίσης, στο ελληνικό θέατρο - συμφωνούν κάποιοι από τους ανθρώπους του, στη συνισταμένη των θέσεων των οποίων στηρίχθηκε το κείμενο που διαβάζετε. Στη λογοτεχνία, που δεν έχει «έτοιμη» θεατρική αγωγή, μπορεί κάποιος να κόψει και να ράψει ό,τι θέλει και ό,τι τον βολεύει. Εις το όνομα μιας γραμμικής αφήγησης, που μπορεί να έχει στοιχεία αναγνωρισιμότητας (από μεγάλα κείμενα, όπως του Ντοστογέφσκι ή του Κάφκα, φέρ' ειπείν), στοιχεία εντυπωσιασμού και να μπορεί να κρατήσει μια ροή που ταιριάζει στους ίδιους τους λειτουργούς της σκηνής και στα ιδιαίτερα ταλέντα και τις αδυναμίες τους.
Με δυο λόγια, είναι πιο εύκολο να φέρεις ένα λογοτεχνικό κείμενο στα μέτρα σου παρά να εμβαθύνεις σε ένα υπάρχον, απαιτητικό θεατρικό κείμενο. Ετσι εξοβελίζονται και τα θεατρικά μνημεία από το παραστασιακό τοπίο της κρίσης.
Το ίδιο συμβαίνει και με τις μαρτυρίες, που επίσης μπολιάζουν σε μεγάλα ποσοστά τη θεατρική δραστηριότητα τελευταία. Η συνταγή είναι γνωστή από χρόνια στη βιομηχανία του σινεμά - ειδικά το ολοένα και πιο αποστερημένο σε σενάρια Χόλιγουντ - που ποντάρει στις αληθινές ιστορίες. Πρώτον διότι θυμίζουν τη ζωή μας και άρα προσφέρουν ένα πρώτο σημείο αναφοράς στον θεατή κι έπειτα διότι είναι πιο ανυπεράσπιστα απέναντι σε προσπάθειες - εύκολου και γραμμικού, αφηγηματικού - εντυπωσιασμού. Κι ακόμη: δεν προϋποθέτουν εμβάθυνση και μπορούν να προσαρμοσθούν και να ραφτούν πάνω στα ερμηνευτικά μέτρα του ηθοποιού.
«Δεν θέλω ρεαλισμό, θέλω μαγεία» κατά τη φράση της Μπλανς Ντιμπουά. Και όσο ο ρεαλισμός παρεισφρέει - κυρίως ως εύκολη ή ευπροσάρμοστη λύση - στο ελληνικό θέατρο τόσο κινδυνεύει να χαθεί η μαγεία. Η ουσία της μαγείας του θεάτρου που εκπορεύεται από το θεατρικά δομημένο κείμενο. Είτε αφορά την εμβάθυνση είτε τον σκηνικό χώρο είτε τον ηχητικό (μουσική σύνθεση) είτε τον ερμηνευτικό. Κρίση είναι και φαίνεται.

Η έρευνα συνεχίζεται την Τρίτη του Πάσχα  στα «ΝΕΑ»
Ακολουθήστε στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις
Δείτε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο, από