Μέσα σε εκατόν τριάντα δακτυλογραφημένες σελίδες η εξαδέλφη του βαρυποινίτη Παναγιώτη Βλαστού, Λίτσα Βλαστού, αποκαλύπτει στις διωκτικές Αρχές όλα τα σχέδια της εγκληματικής οργάνωσης που φέρεται ότι δρούσε τα τελευταία τέσσερα χρόνια με έδρα τις φυλακές Κορυδαλλού.

Ηταν ανήμερα την Πρωτοχρονιάς 2015 στις 8.30 το βράδυ όταν η 45χρονη γυναίκα άρχισε να δίνει την πρώτη της κατάθεση, καταγγέλλοντας ότι και εκείνη είχε βρεθεί στο δολοφονικό στόχαστρο του εξαδέλφου της Παναγιώτη Βλαστού. Οσο όμως προχωρούσε η εξέταση της Λίτσας Βλαστού που εξιστορούσε διάφορες έκνομες ενέργειες της εγκληματικής οργάνωσης, έβαλε στο κάδρο και τον εαυτό της καθώς για μεγάλο χρονικό διάστημα ήταν το δεξί χέρι του Παναγιώτη Βλαστού.

Οπως ήταν αναμενόμενο η μάρτυρας μετατράπηκε σε κατηγορουμένη, αλλά λόγω των αποκαλυπτικών στοιχείων που περιέχονται στις προανακριτικές απολογίες της, τόσο εκείνη όσο και η οικογένειά της έχουν τεθεί υπό καθεστώς προστασίας καθώς έχουν προηγηθεί περισσότερες από μία απόπειρες εναντίον τους.

Η Λίτσα Βλαστού έδωσε στην Αστυνομία πληροφορίες που συνδέονται με σοβαρές ποινικές υποθέσεις που είχαν απασχολήσει στο παρελθόν τη Δικαιοσύνη, αλλά και πληροφορίες για συμβόλαια θανάτου που επρόκειτο να εκτελεστούν με υποψήφια θύματα γνωστό μεγαλοδικηγόρο του Πειραιά, αστυνομικό της δίωξης εκβιαστών και τραπεζίτη που κατοικεί στην καρδιά της Αθήνας.

Η ΑΡΧΗ ΤΟΥ ΤΕΛΟΥΣ. «Τα λύτρα της απαγωγής Παναγόπουλου τα φυλάει ένας γέρος εφοπλιστής στη Θεσσαλονίκη και από εκεί ξέρω ότι ορισμένα τα κατέβασε ο Δημ. Σκαφτούρος γιατί εκτός ότι μου τα έδωσε ο ίδιος, μου το είχε πει και ο Βλαστός ότι αυτός θα τα φέρει» υποστηρίζει σε μια περικοπή της απολογίας της η κατηγορουμένη, η οποία κατά διαστήματα είχε κρύψει κάτω από τα πλακάκια του σπιτιού της συνολικά 1.500.000 ευρώ σε μετρητά για λογαριασμό του Π. Βλαστού.

Η αρχή του τέλους στη σχέση της Λίτσας Βλαστού με τον έγκλειστο εξάδελφό της ήταν όταν κατά άγνωστο τρόπο (όπως ισχυρίζεται η ίδια) χάθηκαν 250.000 ευρώ.

Η δικηγόρος του Βλαστού, όπως λέει η 45χρονη κατηγορουμένη, πήγε στο σπίτι της για να μετρήσουν τα λεφτά που τα ήθελε ο εξάδελφός της με μηχάνημα. «Τα μετρήσαμε δύο φορές και τα βρήκαμε λιγότερα, ήταν 1.250.000 ευρώ. Εσκαψα πάλι κάτω από το πάτωμα του σαλονιού βγάζοντας τα πλακάκια, αλλά και πάλι δεν τα βρήκα. Τρομοκρατήθηκα τόσο πολύ επειδή ξέρω ότι ο Βλαστός είναι αδίστακτος και ικανός να με σκοτώσει. Ο Βλαστός μου έλεγε να πάρω δάνειο ή να πουλήσω ό,τι περιουσιακό στοιχείο έχω για να τον ξεπληρώσω. Δεν μπορώ να πιστέψω πως χάθηκαν τα λεφτά αυτά. Μάλλον τα πέταξα μαζί με τις σακούλες και τα μπολ. Δεν υπήρχε περίπτωση να φάω λεφτά του Βλαστού γιατί ήξερα ότι μετά δεν θα ζούσα για πολύ» αναφέρει χαρακτηριστικά η Λίτσα Βλαστού αρνούμενη ότι κράτησε για τον εαυτό της το επίμαχο χρηματικό ποσό.

Εξάλλου τα προηγούμενα χρόνια ήταν τόσο έμπιστο άτομο που από το «ταμείο» του Βλαστού έδινε χρήματα ακόμα και σε άγνωστα σε αυτήν πρόσωπα, τα οποία συναντούσε συνήθως στο νεκροταφείο της Μεταμόρφωσης.

Μετά την αποκάλυψη της απώλειας των χρημάτων σε ένα από τα επισκεπτήρια στη φυλακή καταθέτει ότι ο Βλαστός τής είπε: «Λοιπόν Λίτσα, είδες τι έγινε; Για να μη σας τινάξω όλους στον αέρα, πες μου πού είναι τα λεφτά». “Τι λες ρε Παναγιώτη, είσαι σοβαρός;” απάντησα και τότε μου είπε ότι όλη η οικογένειά μου είναι για ξεκλήρισμα και θα τους καθαρίσει όλους και με ξαναρώτησε για τα λεφτά. Του είπα ότι έχουν πεταχτεί και δεν τα έχω. Πετάχτηκε όρθιος και μου είπε: “Τι λες μωρή, μη σε θάψω ζωντανή;” και με έπιασε με το ένα του χέρι από το κεφάλι, σαν κεφαλοκλείδωμα, και μου έριξε δυο μπουνιές στο αριστερό ζυγωματικό. Αρχισα να φωνάζω για βοήθεια στους σωφρονιστικούς υπαλλήλους, αλλά έκαναν ότι δεν έβλεπαν. Αρχισα να ουρλιάζω και να κλαίω».