Αλήθειες και «μύθοι» που συνθέτουν τις λεπτομέρειες στην ιστορία της ελληνικής γυναικείας φορεσιάς παρουσιάζονται μέσα από κεντήματα, καφτάνια, ντουλαμάδες, σαγιάδες, πανωφόρια και ενδυματολογικά παραδοσιακά σύνολα στην έκθεση «Αχνάρια Μεγαλοπρέπειας», που φιλοξενείται στον Ελληνικό Κόσμο.

Η έκθεση παρουσιάστηκε στις αρχές Μαρτίου στο Ελληνικό Κέντρο Λονδίνου με αφορμή τα σαράντα χρόνια λειτουργίας του Πελοποννησιακού Λαογραφικού Ιδρύματος, σε επιμέλεια της ιδρύτριάς του Ιωάννας Παπαντωνίου.

Τα «Αχνάρια Μεγαλοπρέπειας» συγκεντρώνουν από τη συλλογή του Πελοποννησιακού Λαογραφικού Ιδρύματος σαράντα αυθεντικά χαρακτηριστικά ελληνικά ενδύματα καθώς και δύο φορεσιές από τη συλλογή του Μουσείου Μπενάκη, με στόχο να αφηγηθούν την εξέλιξη της ενδυμασίας στον ελλαδικό χώρο από τον 18ο έως τις αρχές του 20ού αιώνα.

Αφετηρία της έκθεσης αποτελούν το φόρεμα της Κάσσου – Καρπάθου και το πολύπτυχο ριχτό φόρεμα της Κρήτης που φαίνεται ότι διαμορφώθηκε κυρίως στην Ιταλία της Αναγέννησης. Τα ενδύματα αυτά ήταν η αφετηρία για τις φορεσιές του αιγαιοπελαγίτικου χώρου τον 18ο αιώνα. Επίσης μια σειρά από μακριά φαρδιά πουκάμισα παρουσιάζουν τις παραλλαγές της «δαλματικής» φορεσιάς. Η οποία ήταν η βάση σε πολλές φορεσιές της ηπειρωτικής χώρας. Μέσα από την παράθεση ενδυματολογικών συνόλων από τη Σκόπελο, τη Σκύρο, την Κύμη, το Τρίκερι, την Κάρπαθο, τον Γιδά, το Σουφλί και το Στεφανοβίκι, η ενδυματολογική παράδοση δείχνει τα δείγματα της εξάπλωσης ενός κοινού τρόπου ντυσίματος στα Βαλκάνια, κατά τη μακρά διάρκεια της οθωμανικής κυριαρχίας.

Η απλή γραμμή της «δαλματικής» στήριξε τις επάλληλες στρώσεις ενδυμάτων. Και δείγματά τους ξεχωρίζουν στις σπάνιες φορεσιές από τα Γιάννινα, τον Πύργο και την Αθήνα. Καθώς και στο ένδυμα από το Στεφανοβίκι της Θεσσαλίας που χαρακτηρίζεται από τον συνδυασμό υφασμάτων, χρωμάτων και κοσμημάτων.

«Τα σχήματα αυτά ήταν τα βασικά στοιχεία για ό,τι επρόκειτο να ακολουθήσει στα μέσα του 19ου αιώνα. Οταν δηλαδή με την εμφάνιση του κινήματος του ρομαντισμού στην Ευρώπη αποκρυσταλλώθηκαν οι τοπικές φορεσιές στην Ελλάδα», εξηγεί η σκηνογράφος – ενδυματολόγος και πρόεδρος του Πελοποννησιακού Λαογραφικού Ιδρύματος Ιωάννα Παπαντωνίου.

Παράλληλα με την εξάπλωση των ρομαντικών ιδεών ένας άλλος παράγοντας στάθηκε καθοριστικός για τη δημιουργία της ελληνικής γυναικείας παραδοσιακής φορεσιάς. Προέκυψε με την άφιξη στην Ελλάδα της βασίλισσας Αμαλίας το 1837 και στη συνέχεια της βασίλισσας Ολγας το 1867. Οι δύο βασίλισσες δημιούργησαν έναν τύπο επίσημης ενδυμασίας για τις γυναίκες της ακολουθίας τους υιοθετώντας στοιχεία από τις ελληνικές παραδοσιακές ενδυμασίες, σε συνδυασμό με κομμάτια της ευρωπαϊκής ενδυμασίας. Πρόκειται για το «σακάκι της Αμαλίας», ένα κοντό σε γραμμή ναυτικό ζιπούνι από βελούδο κεντημένο με παραδοσιακά σχέδια, που οι κυρίες της Αυλής της φορούσαν πάνω από τα ευρωπαϊκά, βιεννέζικα, φορέματά τους. «Οι επίσημες ενδυμασίες της Αμαλίας και της Ολγας επηρέασαν τις αστικές αλλά και τις αγροτικές φορεσιές στον ελλαδικό χώρο. Τα ενδύματα αυτά, συμπληρώνει η Ιωάννα Παπαντωνίου, αναδεικνύουν την αλληλεπίδραση της δυτικής αισθητικής με την ελληνική».