«Δεν είναι στο χέρι μας να μειώσουμε τις τιμές του φυσικού αερίου στην οικιακή κατανάλωση» υποστήριξε χθες ο επικεφαλής της Εταιρείας Παροχής Αερίου (ΕΠΑ) Αττικής Χρ. Μπαλάσκας, πετώντας το μπαλάκι και στη μητρική της ΔΕΠΑ επειδή δεν της παρέχει μεγαλύτερες εκπτώσεις.
Σε μια περίοδο που οι καταναλωτές συνεχίζουν να κρυώνουν λόγω της αδυναμίας τους να αγοράσουν ακριβό πετρέλαιο, και όπου το φυσικό αέριο είναι το τρίτο ακριβότερο στη Ευρωπαϊκή Ενωση, η ΔΕΠΑ και η ΕΠΑ Αττικής ερίζουν για τις υψηλές τιμές.
Χθες, η Εταιρεία Παροχής Αερίου που κατέχει το μονοπώλιο στη διανομή φυσικού αερίου για το Λεκανοπέδιο μέχρι το 2031, «έδειξε» ότι για τις υψηλές τιμές με τις οποίες χρεώνει το αέριο σε νοικοκυριά και επιχειρήσεις, ευθύνεται εκτός από το υψηλό κόστος εισαγωγής του στην ελληνική αγορά, και η μητρική της.
Σημειωτέον πως η ΔΕΠΑ ελέγχει το 51% της ΕΠΑ με το άλλο 49% να βρίσκεται στα χέρια της Shell που έχει και το μάνατζμεντ.

ΠΡΩΤΗ ΦΟΡΑ. Η αναφορά του επικεφαλής της ΕΠΑ έχει τη δική της σημασία καθώς είναι η πρώτη φορά που η διοίκησή της δηλώνει δημοσίως πως οι εκπτώσεις που λαμβάνει από τη ΔΕΠΑ, προκειμένου να τις μετακυλίσει στην οικιακή και βιομηχανική κατανάλωση, δεν είναι αρκετές.
Σήμερα, η τιμή του φυσικού αερίου στην Ελλάδα για τους οικιακούς καταναλωτές διαμορφώνεται προ φόρων στα 6,2 λεπτά του ευρώ η κιλοβατώρα, και είναι η 3η ακριβότερη στην Ευρώπη πίσω μόνο από τη Σουηδία και την Πορτογαλία. Παρ' ότι σύμφωνα με τους ανθρώπους της ΕΠΑ οι τιμές της Eurostat δεν είναι μεταξύ τους συγκρίσιμες καθώς σε κάθε χώρα η δομή της αγοράς και οι όγκοι κατανάλωσης διαφέρουν, και παρ' ότι - όπως υποστηρίζουν - η τιμή στην Ελλάδα μαζί με τους φόρους διαμορφώνεται στα 7,7 λεπτά του ευρώ, κοντά στον μέσο όρο της ΕΕ εντούτοις η γενική εικόνα παραμένει η ίδια.
«Αυτήν την περίοδο επαναδιαπραγματευόμαστε με τη ΔΕΠΑ τη νέα μεταξύ μας σύμβαση κατ' επιταγή και της απόφασης της Επιτροπής Ανταγωνισμού (σ.σ.: έχει επιβάλει το σπάσιμο του μονοπωλίου της ΔΕΠΑ). Η ΔΕΠΑ αρνιόταν να συμπεριλάβει στη σύμβαση εκτός από το ρωσικό και το αλγερινό, το τουρκικό φυσικό αέριο που είναι και το φθηνότερο. Εμείς θεωρούμε ότι οι εκπτώσεις της ΔΕΠΑ δεν είναι αρκετές» είπε χαρακτηριστικά χθες ο κ. Μπαλάσκας.
Σχολιάζοντας τις δηλώσεις του, κύκλοι της ΔΕΠΑ επισημαίνουν ότι το κείμενο της αρχικής σύμβασης μεταξύ των δύο πλευρών που υπεγράφη στις αρχές του 2000 αναφερόταν στις υφιστάμενες πηγές προμήθειας, δηλαδή στο ρωσικό και το αλγερινό αέριο. «Την εποχή εκείνη δεν υπήρχε ακόμη προμήθεια αερίου από την τουρκική κρατική Botas, ούτε καν δίκτυο αερίου με την Τουρκία. Στη νέα σύμβαση, θα αρχίσει να υπολογίζεται και το φθηνό αέριο που αγοράζει η Ελλάδα από την Τουρκία» αναφέρουν χαρακτηριστικά.
Η ΤΕΛΙΚΗ ΤΙΜΗ. Τρεις είναι κυρίως οι αιτίες σύμφωνα με τους ανθρώπους της ΕΠΑ για τις πολύ υψηλές τιμές στην Ελλάδα. Πρώτον, το υψηλότατο κόστος προμήθειας (σ.σ.: από τους Ρώσους της Gazprom) που στην Ελλάδα ισοδυναμεί με το 62% της τελικής τιμής του αερίου, έναντι 51% του μέσου όρου της Ευρωπαϊκής Ενωσης. Δεύτερον, τα υψηλά τέλη διέλευσης των αγωγών που χρεώνει ο ΔΕΣΦΑ και που μετακυλίονται στις τελικές τιμές, και τρίτον το γεγονός ότι η αγορά φυσικού αερίου είναι ακόμη σε αρχικά στάδια ανάπτυξης στην Ελλάδα και επομένως το κόστος απόσβεσης των επενδύσεων της ΕΠΑ (φτάνουν τα 300 εκατ. ευρώ) είναι υψηλά.
Ερωτηθείς πάντως για τα περιθώρια κέρδους με τα οποία δουλεύει η εταιρεία, και τα οποία βάση του νόμου δεν μπορούν να ξεπερνούν το 15%, οι άνθρωποι της ΕΠΑ απέφυγαν να δώσουν στοιχεία για τα δικά τους ποσοστά, αλλά περιορίστηκαν να απαντήσουν ότι ο μέσος όρος στην ΕΕ βρίσκεται στο 26%.