Ο πανύψηλος, αδύνατος Νεοζηλανδός που έβγαζε τα προς το ζην εργαζόμενος ως μελισσοκόμος, έπειτα από την ολοκλήρωση του εξαιρετικού εγχειρήματός του, μπόρεσε να ψελλίσει «το νικήσαμε το μπάσταρδο». Ο άλλος, ο μικροκαμωμένος Νεπαλέζος, δεν είπε τίποτα. Εσφιξε το χέρι τού συνοδοιπόρου του και επειδή πίστευε πως εκεί ψηλά στη Στέγη του Κόσμου, όπου είχαν καταφέρει να φτάσουν, κατοικούσαν οι θεοί, δεν παρέλειψε να τους αφήσει μια σοκολάτα και μερικά μπισκότα για να τους κατευνάσει. Το Εβερεστ –Τσομολάνγκμα κατά τους θιβετιανούς μοναχούς ή αλλιώς Μητέρα του Σύμπαντος –πλέον δεν ήταν το άβατο βουνό καθώς ακριβώς πριν από 60 χρόνια ο μικροκαμωμένος Νεπαλέζος και ο πανύψηλος αδύνατος Νεοζηλανδός έγιναν οι πρώτοι άνθρωποι που κατάφεραν να πατήσουν στην ψηλότερη κορυφή του πλανήτη.

Ηταν 11.30 το πρωί της 29ης Μαΐου του 1953. Οι άνεμοι είχαν κοπάσει, στον ουρανό δεν πετούσαν αεροπλάνα, άνθρωποι δεν υπήρχαν πουθενά. Εκείνη την περίοδο το Εβερεστ ήταν σαν το φεγγάρι: μακρινό και απρόσιτο. Ο 33χρονος Εντμουντ Χίλαρι και ο 39χρονος οδηγός του Τενζίνγκ Νοργκάι, αφότου κατέκτησαν την επιβλητική κορυφή που δεσπόζει 8.848 μέτρα πάνω από την επιφάνεια της θάλασσας, παρέμειναν εκεί, αποσβολωμένοι, για συνολικά 15 λεπτά. Τα δάχτυλά τους είχαν ξυλιάσει και στην πλάτη τους έφεραν ένα σακίδιο που ζύγιζε 25 κιλά. Επικεφαλής της αποστολής τους ήταν ο βρετανός συνταγματάρχης Τζον Χαντ, ενώ πέρα από δέκα ορειβάτες και έναν γιατρό συμμετείχαν επίσης 350 μεταφορείς επιφορτισμένοι με το επίπονο καθήκον της μεταφοράς εξοπλισμού συνολικού βάρους 10,5 τόνων. Οπως συμβαίνει πάντα την κάθε πρώτη φορά, ο φόβος του αγνώστου είχε καταβάλει όλους όσοι συμμετείχαν στην αποστολή. Εντεκα αποστολές που είχαν πραγματοποιηθεί πριν από τη συγκεκριμένη, είχαν αποτύχει, ενώ η ανάμνηση της εξαφάνισης, στις αρχές της δεκαετίας του 1920, των βρετανών ορειβατών Τζορτζ Μάλορι και Αντριου Ιρβιν μόλις μερικά μέτρα κάτω από την κορυφή των Ιμαλαΐων στοίχειωνε τους πάντες.

ΟΡΙΑ ΑΝΤΟΧΗΣ. Τα κύρια προβλήματα που οι ορειβάτες καλούνταν να αντιμετωπίσουν εκείνη την εποχή στη Στέγη του Κόσμου ήταν το μεγάλο υψόμετρο, οι αντίξοες ατμοσφαιρικές συνθήκες και οι δυσκολίες της αναρρίχησης. Στα 8.000 μέτρα, ένα απλό φύσημα του ανέμου αρκεί για να πέσει η θερμοκρασία στους -50 βαθμούς, η υποξία (ελάττωση του οξυγόνου από τους ιστούς) βασανίζει τον εγκέφαλο, ο οργανισμός αφυδατώνεται, το στομάχι παραλύει και όλοι όσοι βρίσκονται εκεί καταλήγουν να αισθάνονται εξουθενωμένοι και να επιθυμούν μονάχα να ξαπλώσουν κάπου και να κοιμηθούν για πάντα. Για να στεφθεί με επιτυχία η κατάκτηση του Εβερεστ, δεν αρκεί μόνο η ανάβαση ώς την πανύψηλη κορυφή αλλά είναι απαραίτητη και η κατάβαση ώς τη βάση. Εκείνον τον Μάιο του 1953, ο Εντμουντ Χίλαρι ξόδεψε 2 1/2 ώρες για να σμιλεύσει σκαλιά πάνω στον πάγο, και όταν ανέβαινε στην ψηλότερη κορυφή του κόσμου και όταν κατέβαινε από αυτήν. Λίγο πριν πάρει τον δύσκολο δρόμο της επιστροφής, ο Χίλαρι κάρφωσε έναν μικρό σταυρό πάνω στο χιόνι, ίσως επειδή γνώριζε πως επίπονη δεν είναι μόνο η σταύρωση αλλά και η αποκαθήλωση από τον σταυρό. Εξήντα χρόνια μετά, το Εβερεστ είναι εξίσου επιβλητικό, εξίσου επικίνδυνο αλλά δεν είναι απρόσιτο. Πλέον, οι δρόμοι που οδηγούν στην κορυφή είναι πολλοί, όπως πολλοί είναι και οι ορειβάτες που συνωστίζονται στις παγωμένες πλαγιές των Ιμαλαΐων με στόχο την κατάκτηση της Μητέρας του Σύμπαντος. Συχνά, υπερβαίνουν τους 150 την ημέρα. Οι άνθρωποι που έχουν καταφέρει να κατακτήσουν το Εβερεστ από τον Μάιο του 1953 ώς σήμερα ξεπερνούν τις 6.000. Κατά τη θερινή περίοδο (από τα τέλη Μαρτίου ώς την πρώτη εβδομάδα του Ιουνίου), οι ουρές που σχηματίζονται στις απόκρημνες πλαγιές που στηρίζουν τη Στέγη του Κόσμου είναι εφάμιλλες με τις ουρές που σχηματίζονται σε μεγαλουπόλεις.

10.000 ΤΟ ΚΕΦΑΛΙ. Πέρυσι, οι Αρχές του Νεπάλ εξέδωσαν 325 άδειες παραμονής, με το κόστος ανά άτομο να κυμαίνεται στα 10.000 δολάρια. Πλέον, το Εβερεστ δεν είναι μια (σχεδόν) απρόσιτη κορυφή αλλά ένας νέος, εξαιρετικά προσοδοφόρος προορισμός. Οσοι έχουν την οικονομική δυνατότητα να ξοδέψουν 70.000 ευρώ, μπορούν να ναυλώσουν ένα ελικόπτερο και να φτάσουν στην κορυφή όχι μοχθώντας αλλά πετώντας. Πλέον, ο στόχος των ανθρώπων που ζουν και κινούνται στις πλαγιές του Εβερεστ δεν είναι μονάχα η κατάκτηση του βουνού αλλά και το κέρδος. Εκεί όπου κάποτε επικρατούσε η απόλυτη σιωπή, σήμερα περιφέρονται δεκάδες ορειβάτες οι οποίοι στα μάτια αρκετών από τους ντόπιους σέρπα μετατρέπονται σε εύπορους πελάτες που είναι διατεθειμένοι να πληρώσουν όσο όσο για να φτάσουν ώς την κορυφή.

Πριν από μερικές εβδομάδες, ο Ιταλός Σιμόνε Μόρο –έχει ανέβει στο Εβερεστ τέσσερις φορές –και δύο ακόμη ευρωπαίοι ορειβάτες δέχτηκαν επίθεση από μια πολυπληθή ομάδα σέρπα. Γρονθοκοπήματα και κλωτσιές, πέτρες και μπουκάλια, ακόμη και μία μαχαιριά, και όλα αυτά –ισχυρίζεται ο ιταλός αλπινιστής σε συνέντευξή του στο «National Geographic» –εξαιτίας της ζήλειας, του θυμού και του ανταγωνισμού που επικρατούν πλέον στο βουνό. Σύμφωνα με τον Μόρο, «το πιο ψηλό από τα βουνά κατέληξε να είναι ένα μεγάλο τσίρκο».