Πριν από λίγους μήνες ο ζωγράφος Κωνσταντίνος Δαλδάκης, με πτυχίο γραφιστικής, πτυχίο της Σχολής Καλών Τεχνών, υποτροφία του ΙΚΥ και μεταπτυχιακό στις ψηφιακές μορφές τέχνης (της ΑΣΚΤ και αυτό), είχε ήδη παρουσιάσει έναν φάκελο με έργα του σε μερικές γνωστές γκαλερί της πρωτεύουσας. «Μου είχαν φανεί όμως γενικά πολύ επιφυλακτικές με το τι εκθέτουν» λέει. «Ισως να μη θέλουν να ρισκάρουν τη σταθερή πελατεία τους ή να διακινδυνεύσουν μια ενδεχόμενη αποτυχία, βάζοντας κάτι που δεν είναι στη λογική και την αισθητική τους. Είχα χτυπήσει πόρτες αλλά είχα νιώσει ότι πρέπει να μπεις σε ένα σύστημα λιγάκι δυσκίνητο». Οπως και να έχει, ο Κωνσταντίνος έκανε έκθεση με έργα του σε ένα μέρος που στην ιστοσελίδα του αυτοσυστήνεται ως café-bar-restaurant-gallery: τον πολυχώρο Black Duck.
Η Μαργαρίτα Πειρουνίδου, κόρη εικαστικών και απόφοιτη της Καλών Τεχνών, λέει ότι δεν την ενδιέφερε καν να κυνηγήσει τις γκαλερί. «Δεν μου πάνε οι μεσάζοντες» αναφέρει. «Στην ουσία μιλάμε για κάποιον που σε προωθεί ή που κρατάει ποσοστά από τις πωλήσεις των έργων σου, πράγματα που δεν ταιριάζουν στον χαρακτήρα μου. Είχα κάποιες προτάσεις για ομαδικές εκθέσεις, είχα στείλει και έργα σε μερικές μπιενάλε, αλλά να απευθυνθώ από μόνη μου
σε γκαλερί δεν το έκανα ποτέ». Αντί για όλα αυτά, η Μαργαρίτα εργαζόταν ήδη από τα φοιτητικά της χρόνια σε ένα κατάστημα κοντά στο bar-restaurant Bartesera, γνωρίστηκε με τους ιδιοκτήτες του, της πρότειναν να εκθέσει εκεί έργα της, εκείνη όμως όλο το ανέβαλλε. «Ωσπου άνοιξα το δικό μου μπαρ, το Twin Peaks, το διακόσμησα με πίνακές μου και όταν τους είδαν τα παιδιά μού είπαν "σε παρακαλώ, έλα"».
Είναι και άλλα μέρη που συνδυάζουν τον καφέ, το ποτό, το φαγητό με μια εικαστική έκθεση και προσδιορίζονται λιγότερο ή περισσότερο είτε ως πολυχώροι είτε ως μπαρ είτε ως μπαρ και γκαλερί ταυτόχρονα είτε ως κάτι άλλο. Μια ματιά στην ατζέντα με τις εκδηλώσεις του Six D.O.G.S., της Booze Cooperativa, του Taf και πολλών ακόμη αρκεί. Η Ντόρα Ρίζου, ιδιοκτήτρια του Black Duck, αγαπάει τη ζωγραφική, την υπηρετεί και η ίδια και σκόπευε εξαρχής σε έναν χώρο με αυτό το προφίλ. «Κάνοντας και εκθέσεις νέων καλλιτεχνών» εξηγεί «ανοίγεσαι σε ένα ποικίλο κοινό που ανανεώνεται και ενδιαφέρεται για τα εικαστικά».
Η Κατερίνα Καστανάρα από το Bartesera λέει ότι στους ιδιοκτήτες του φάνηκε καλή ιδέα «να φιλοξενούμε ανθρώπους που δεν έχουν πρόσβαση σε γκαλερί. Και αυτό είναι μια καλή αφορμή για έξοδο, εκτός από το ποτό. Χώρια που ατμοσφαιρικά και αισθητικά ο χώρος ανανεώνεται κάθε τόσο». Δηλαδή δεν προσβλέπουν σε αυξημένη κατανάλωση; «Μα τα έξοδα δεν αυξάνονται γενικά, παρά μόνο στα εγκαίνια» λέει η Ντόρα. «Μερικοί έρχονται στην έκθεση και απολαμβάνουν τους πίνακες χωρίς να πιουν κάτι. Οχι βέβαια ότι δεν υπάρχει το οικονομικό κίνητρο αλλά δεν είναι και πολύ ψηλά». Οσο για τον καλλιτέχνη και τη σχέση του με τον χώρο, υπάρχουν και μερικοί από τους πρώτους που επιλέγουν τους δεύτερους για συγκεκριμένους λόγους. Η Μαρίκα Κωνσταντινίδου, με «ζεστό» το πτυχίο της από τη Σχολή Πλαστικών Τεχνών και Επιστημών της Τέχνης της Σορβόννης, δεν δοκίμασε καν να εκθέσει σε παραδοσιακή γκαλερί, γιατί δεν την ενδιέφερε να χτυπήσει μια πόρτα χωρίς λόγο ή χωρίς να ταιριάζει η δουλειά της στο συγκεκριμένο πλαίσιο. Η τελευταία της έκθεση έγινε στο Six D.O.G.S. «Δεν έχει να κάνει με τις γκαλερί γενικά ως ιδρύματα» λέει. «Απλώς αυτές που με ενδιαφέρουν είναι, νομίζω, λίγες και δεν είμαι ακόμη έτοιμη για αυτές. Στο Six D.O.G.S. με ενδιέφερε ο χώρος, η κατανομή του. Οπως και το concept της έκθεσης, δεν είχε κάτι το στοχαστικό. Ηθελα να υπάρχει μια βιτρίνα και ο κόσμος να ρίχνει ματιές. Στις γκαλερί δεν πολυσυμβαίνει αυτό. Χρειάζεται πρόσκληση, να είσαι γνώστης ή καλεσμένος για να μπεις».
Και το οικονομικό;
Καλά όλα αυτά, τι γίνεται όμως με το οικονομικό; Ο Κωνσταντίνος λέει ότι η συμφωνία με το Black Duck ήταν να κρατήσει ο χώρος ένα συμφωνημένο ποσοστό από τυχόν πώληση. Την τιμή των έργων του την όρισε εκείνος, «γνωρίζοντας ότι οι εποχές είναι δύσκολες», με βάση την ποσότητα της δουλειάς, την ποιότητα των υλικών, το μέγεθος των επιφανειών, τέτοια. Θυμάται για παράδειγμα ότι σε παλαιότερη έκθεσή του σε άλλο χώρο, έναν πίνακα μεγέθους 1,70x1,70 τον είχε κοστολογήσει γύρω στα 4.000 ευρώ που είναι και το ρεκόρ του. «Στο Black Duck βέβαια δεν πουλήσαμε κάτι. Η συνεργασία πάντως προβλέπει δελτία αποστολής, αποδείξεις και κάθετι νομότυπο». Η Μαργαρίτα αναφέρει ότι στο Bartesera δεν πλήρωσε για τον χώρο, ούτε εκείνοι κράτησαν ποσοστά. Ενα έργο της το χάρισε στο μαγαζί, δύο τα πούλησε. «Οι τιμές μου ήταν χαμηλές και μου το έλεγαν κιόλας» συμπληρώνει. «Εδωσα, ας πούμε, έναν πίνακα 70x100 350 ευρώ. Δεν θα μπορούσα να κάνω αλλιώς. Είμαι της άποψης ότι η τέχνη δεν πουλιέται».
Και η Μαρίκα προσθέτει ότι και στο Six D.O.G.S. δεν συζήτησαν το θέμα των ποσοστών. «Εκείνοι λοιπόν δεν κερδίζουν κάτι. Μέχρι στιγμής βέβαια δεν έχω πουλήσει έργα μου. Εχω χαρίσει ή έχω ανταλλάξει. Λίγα από αυτά που κάνω είναι εμπορεύσιμα και αν είναι θα συνδέονται με το γενικότερο πρότζεκτ. Τα περισσότερα είναι εφήμερα». Τα παραπάνω επιβεβαιώνονται και από τους υπευθύνους των χώρων. Η Ντόρα, τονίζοντας ότι αντίθετα με τα art café, η γκαλερί του Black Duck λειτουργεί αυτόνομα, προσθέτει ότι εκείνη λειτουργεί συμβουλευτικά στον καθορισμό της τιμής των έργων των δημιουργών. Ή ότι στον χώρο υπάρχουν και μόνιμοι πίνακες από τους οποίους, έτσι και πουληθούν, δεν κρατούνται ποσοστά. Η Κατερίνα από το Bartesera υποστηρίζει ότι ναι μεν οι πωλήσεις είναι θέμα αποκλειστικά του καλλιτέχνη, εκείνος όμως οφείλει να εκδώσει δελτίο αποστολής των έργων του στον χώρο.
Μήπως λοιπόν βγαίνει λίγο δύσκολα το νοίκι για έναν ζωγράφο εκτός του λεγόμενου συστήματος των γκαλερί; «Το πρόβλημα για κάθε καλλιτέχνη είναι το σταθερό εισόδημα» συμφωνεί ο Κωνσταντίνος. «Εγώ διδάσκω ελεύθερο σχέδιο και χρώμα σε φροντιστήριο που προετοιμάζει υποψηφίους για την Καλών Τεχνών ή για σχολές του εξωτερικού». «Δεν υπήρχε ποτέ περίοδος που να μην έκανα και κάτι άλλο παράλληλα» τονίζει η Μαργαρίτα. «Και δεν το θεωρώ συμβιβασμό. Δεν θα ήθελα να σκεφτώ ότι πρέπει να ζωγραφίσω για να πληρώσω το κινητό μου». Η Μαρίκα προσυπογράφει: «Τα έξοδα απλώς δεν βγαίνουν και γι' αυτό θα με ενδιέφερε η διδασκαλία των εικαστικών. Το θεωρώ ποιοτικό τρόπο για βιοπορισμό και χρειάζεται η μετάδοση της γνώσης. Μάλλον μεγαλύτερος συμβιβασμός είναι να δημιουργείς με εμπορικά κριτήρια, για αυτό εκτιμώ όσους χρηματοδοτούν τη δουλειά τους με άλλα μέσα, είτε είναι δάσκαλοι είτε σερβιτόροι».
Περισσότερα επομένως φαίνεται να ελπίζουν και οι τρεις από τις γενικότερες εξελίξεις στην τέχνη τους. Ξεκαθαρίζουν ότι δεν έχουν κάτι εναντίον των γκαλερί, οι διαφορετικοί χώροι όμως είναι ωφέλιμοι. «Με αυτόν τον τρόπο γίνονται ανοίγματα που ίσως σταματήσουν τον αυτισμό με τους ίδιους και τους ίδιους καλλιτέχνες οι οποίοι πρέπει να φτάσουν 80 χρονών για να καταξιωθούν. Με αυτόν τον τρόπο ανοίγουν ρωγμές σε παλιά στεγανά» παρατηρεί ο Κωνσταντίνος. «Οι δημιουργοί δεν χωρίζονται σε καλούς και κακούς ανάλογα με το πού εκθέτουν. Ο καθένας κάνει ό,τι του ταιριάζει» υποστηρίζει η Μαργαρίτα. «Είναι όμως σημαντικό οι εικαστικοί να οργανώνονται και μόνοι τους, σε ομάδες εφήμερες που δημιουργούν πολυφωνία και ξεφεύγουν από το μονοπώλιο των γκαλερί» λέει η Μαρίκα. «Εχει σημασία οι νέοι να μην εμπλέκονται με την πρώτη σε εμπορικές καταστάσεις αλλά να μένουν ελεύθεροι, να οργανώνουν και μόνοι τους πράγματα». Σχεδόν όπως σε εκείνη την αντι-έκθεση στο Παρίσι του 19ου αιώνα, πλάι στην επίσημη, στην οποία οι συμμετέχοντες είχαν τυπώσει μέχρι και αφίσα ή κατάλογο των εκτιθέμενων έργων. Τελικά, δεν είχε πουληθεί κάποιο έργο. Μάλιστα, ονόματα όπως ο Βαν Γκογκ που είχαν προσκληθεί δεν δέχτηκαν να συμμετάσχουν. Δεν έγινε όμως και τίποτα.
Ακολουθήστε στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις
Δείτε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο, από