Εν αρχή ην ο λόγος. Του Βίκτωρος Ουγκώ. Ο οποίος εξόριστος στο νησί Γκέρνσι, στο Στενό της Μάγχης, για να αποφύγει τη σκληρότητα του καθεστώτος επί Ναπολέοντος Γ’, στεκόταν στο πλευρό του ξεσηκωμένου λαού (όχι μόνον στη Γαλλική Επανάσταση) για να μιλήσει για αγώνα, ανθρωπιά και λύτρωση. Παραδίδοντας, πέρα από τη θρυλική «Παναγία των Παρισίων», το 1862 στο γαλλικό κοινό το μνημειώδες και ογκώδες έργο του «Les Miserables» ή «Οι Αθλιοι», όπως μεταφράστηκε πάραυτα την ίδια χρονιά στην Ελλάδα και έπειτα στην Πορτογαλία και στην Ιταλία –την ώρα που είχε απαγορευθεί στη Βρετανία! -, για να αναδειχθεί σε ένα από τα πλέον αγαπημένα (και) των Ελλήνων και σε έμβλημα των ιδεολόγων επαναστατών όλου του κόσμου.
«Ο κόσμος επερίμενεν μύθον και είδεν ευαγγέλιον· επερίμενε φρούδον τι έργον και εύρε φιλοσοφίαν υψηλήν», παρατηρούσε ο έλληνας μεταφραστής των «Αθλίων», ο δημοσιογράφος, εκδότης και ποιητής Ιωάννης Ισιδωρίδης Σκυλίτσης στον πρόλογο της ελληνικής έκδοσης. Προβλέποντας την τεράστια εμπορική επιτυχία διεθνώς στα επόμενα χρόνια του έργου, που όμως χτυπήθηκε από κριτικούς ως «ανήθικο», «υπερβολικά συναισθηματικό» και επειδή «τάσσεται αναφανδόν υπέρ των επαναστατών».
Επιτυχία η οποία οδήγησε τον Ιωάννη Κονδυλάκη να σκιαγραφήσει τους δικούς του «Αθλίους των Αθηνών», διήρκεσε πάνω από έναν αιώνα στην Ελλάδα, με αποκορύφωμα την πώληση 100.000 αντιτύπων μέσα σε ελάχιστο χρονικό διάστημα του πρώτου τεύχους των «Κλασσικών εικονογραφημένων» (εκδόσεις Ατλαντίς) το 1951. Βέβαια, ο Ουγκό είχε ήδη γίνει αγαπητός ιδιαίτερα στους Κρητικούς με τη δημοσίευση επιστολών του για την Κρητική Επανάσταση (1866-69), κάνοντας το 1860 τον οπλαρχηγό και πρόεδρο της τότε προσωρινής κυβέρνησης της Κρήτης Κωσταρό (Κωνσταντίνο) Βουλουδάκη να του γράψει: «Το όνομά σας είναι διάσημο στα βουνά μας».
ΡΕΚΟΡ ΓΚΙΝΕΣ. Η διεθνής εξάπλωση του έργου μόνον «άθλια» δεν θα μπορούσε να χαρακτηρισθεί. Και ενώ η αλληλογραφία του Ουγκώ με τον εκδότη του (ρωτώντας τον για την επιτυχία του βιβλίου του έστειλε ένα «?» και εκείνος απάντησε με ένα «!») μπήκε στα ρεκόρ Γκίνες ως η πλέον σύντομη στην Ιστορία, από το 1909 και σχεδόν κάθε δεκαετία γυριζόταν μία τουλάχιστον ταινία με άξονα τους «Αθλίους».
Δεν είναι ακόμη και σήμερα τυχαίο το ότι η προβολή της νέας κινηματογραφικής μεταφοράς των «Αθλίων», στην εκδοχή του μιούζικαλ αυτή τη φορά, από τον Τομ Χούπερ («Ο λόγος του βασιλιά») στην Ελλάδα μετατέθηκε για να μη συμπέσει με τα άλλα θεωρούμενα γκανιάν της εφετινής κινηματογραφικής σεζόν, όπως ο «Λίνκολν», η «Αννα Καρένινα», η «Επιχείρηση “Αργώ”» του Μπεν Αφλεκ, ο «Χίτσκοκ» και το «Χόμπιτ», καταλήγοντας να προγραμματίζεται για τις 14 Φεβρουαρίου.
Εδώ χρειάζεται να πάμε ξανά λίγο πίσω. Εν αρχή ην ο λόγος, είπαμε· έπειτα ήρθε η μουσική. Το 1978, όταν με στόχο ένα θεματικό δισκογραφικό άλμπουμ ο γάλλος τραγουδοποιός Αλέν Μπουλβίλ είδε στο Λονδίνο το μιούζικαλ… ορφανών «Ολιβερ», σκέφθηκε τον Γκαβρός (Gavroce), τον μικρό επαναστάτη Γαβριά του Ουγκό, και αποφάσισε να πλάσει τραγούδια πάνω στους «Αθλίους». Πλασάρισε την ιδέα και στον συνθέτη Κλοντ-Μισέλ Σενμπέργκ, ο οποίος ύστερα από δουλειά δύο ετών γέννησε το μιούζικαλ «Les Miserables» που θεωρήθηκε «μουσική επανάσταση».
Το άλμπουμ του 1980 μεταφέρθηκε στο Παλέ ντε Σπορ του Παρισιού, το θέαμα-ακρόαμα έγινε ανάρπαστο και χρειάστηκε να κατεβεί ύστερα από 100 παραστάσεις με 500.000 θεατές, όταν έληξε το συμβόλαιο των παραγωγών με τον χώρο.
Η επιτυχία ερέθισε τους Βρετανούς που μετέφρασαν –ο Χέρμπερτ Κρέτσμερ –το μιούζικαλ και χάρη στον πανίσχυρο παραγωγό του Γουέστ Εντ Κάμερον Μάκιντος, υπεύθυνο για την επιτυχία μιούζικαλ όπως «Το φάντασμα της όπερας», «Γάτες» και «Μις Σαϊγκόν», το έργο ξεκίνησε το 1985 μια καριέρα που το ανέδειξε στο δεύτερο δημοφιλέστερο όλων των εποχών και στο Μπρόντγουεϊ, όπου γιόρτασε την 10.000ή παράστασή του τον Ιανουάριο του 2010.
Εμβλημα του μιούζικαλ η μικρούλα Κοζέτ –Τιτίκα στην ελληνική εκδοχή –από γκραβούρα της εποχής, από τον Εμίλ Μπαγιάρ. Οπως εμβληματικά στην ιστορία του μιούζικαλ παραμένουν τα χορωδιακά και σχεδόν όλα τα τραγούδια του μιούζικαλ, γνωστού και με το υποκοριστικό «Les Miz», όπως τα «On My Own», «I Dreamed A Dream», «Do You Hear The People Sing» κ.ά.
Σημαντική λεπτομέρεια: Η τεράστια επιτυχία –και οικονομική –έσωσε το παρ’ ολίγον πενόμενο Ρόαγιαλ Σαίξπηρ Κόμπανι, που ήταν συμπαραγωγός, βοηθώντας τη μετέπειτα άνθησή του.
ΟΙ ΕΛΛΗΝΕΣ. Και μια και μιλάμε για τον περίφημο σαιξπηρικό θίασο, εκείνος ήταν που δάνεισε στην παραγωγή το πρώτο ελληνικό όνομα των «Miserables» των 15 θεατρικών βραβείων Τόνι και Ολίβιε: την κυπριακής καταγωγής ενδυματολόγο Ανδριανή Νεοφύτου, υποψήφια για βραβείο Τόνι κοστουμιών, η οποία έζησε στη Βρετανία από τα 7 της και δουλεύει τα τελευταία τέσσερα χρόνια τις βρετανικές παραγωγές από την Κρήτη.
Το επόμενο ελληνικό όνομα είναι του Μάριου Φραγκούλη, ο οποίος μαθήτευσε κατά κάποιον τρόπο δίπλα στον πρώτο διδάξαντα –σε Βρετανία και Αμερική –Γιάννη Αγιάννη, Κολμ Γουίλκινσον, ο οποίος εμφανίζεται στον ρόλο του Αβά της Ντιν στη νέα μουσική ταινία του Τομ Χούπερ. Και αυτό για να ερμηνεύσει τον ρόλο του Μάριου και τη θρυλική μελαγχολική άρια «Empty Chairs And Empty Tables» σε νέα λονδρέζικη διανομή, αλλά και στη 10η επέτειο του μιούζικαλ στο Ρόαγιαλ Αλμπερτ Χολ –που δισκογραφήθηκε και βιντεοσκοπήθηκε όπως και η 25η, με Γιάννη Αγιάννη τον αγαπημένο των Βρετανών «τενόρο της εργατικής τάξης» Αλφι Μπο. Τον οποίο ο Κάμερον Μάκιντος θέλει ως πρωταγωνιστή στην επικείμενη αναβίωση της παραγωγής το 2014.

Ο Γαβριάς που μπήκε στα λεξικά

Η πρώτη ελληνική μετάφραση των «Αθλίων», παράλληλα με τη γαλλική έκδοση του 1862, εισήγαγε ακόμη και νέες λέξεις στα ελληνικά λεξικά. Οπως ο Γαβριάς, που στην πραγματικότητα ο μεταφραστής Ιωάννης Ισιδωρίδης Σκυλίτσης μετέφερε από το γαλλικό Gavroce. Το ίδιο έγινε με το Jean Valejan, που μας έδωσε τον εμβληματικό Γιάννη Αγιάννη. Μυστήριο εξακολουθεί να είναι το πώς η μικρούλα Cosette έγινε Τιτίκα, αφήνοντας περιθώριο σε μύθους που θέλουν το όνομα να ανήκε σε ανιψούλα ή βαφτισιμιά του μεταφραστή – του οποίου πάντως τις ονοματοθεσίες ουδείς τόλμησε έως σήμερα να αλλάξει.