Ολα άρχισαν από ένα τηλεφώνημα που μου έκανε, κάποιο μεσημέρι του ’70, ο Νίκος Φώσκολος. «Γυρίζω μια ταινία», μου είπε, «με πρωταγωνιστή τον Νίκο Κούρκουλο. Θα έχει τίτλο “Ορατότης μηδέν”. Τη μουσική τη γράφει ο Μίμης Πλέσσας. Σε μια κορυφαία στιγμή του έργου, ο πρωταγωνιστής βάζει φωτιά σε όλα τα υπάρχοντά του από αγανάκτηση και απελπισία. Το τραγούδι, που το βιάζομαι πάρα πολύ, πρέπει απαραιτήτως να έχει τον στίχο “κύμα πικρό στην πλώρη μου”, γιατί αυτή η φράση περιλαμβάνεται στο σενάριο. Σου στέλνω, λοιπόν, το σενάριο και περιμένω το τραγούδι».
Ηταν η εποχή που βλεπόμασταν – και γράφαμε – συνεχώς με τον Πλέσσα. Σε βαθμό που είχαν παρεξηγηθεί ο Λοΐζος και ο Θεοφίλου, φίλοι μου, συμπαίκτες στη χαρτοπαιξία και παρέα μου μόνιμη τα βράδια σε μια ταβέρνα που τα πίναμε, στον Σταυρό της Αγίας Παρασκευής, γεμάτη βαρέλια με κρασί και με ταμπέλα Τα Βρεχάμενα. Ο Πλέσσας όμως ήταν (και είναι) δουλευταράς, ενώ ο Λοΐζος ραχατλής. Κι εγώ ένιωθα το αίμα να ζεματάει μέσα μου – ήθελα να γράφω αδιάκοπα (γι’ αυτό, άλλωστε, έχω και τόσο μεγάλο – γύρω στα 1.200 τραγούδια – ρεπερτόριο). Ενιωθα σαν νεαρό πουλάρι, σαν κι αυτά που περιγράφει ο Μυριβήλης στον «Βασίλη τον Αρβανίτη».
Επιπλέον, ύστερα από χιλιάδες τσακωμούς με τον Φίνο, που ήθελε να βάζει στις ταινίες του τραγούδια χωρίς να πληρώνει, είχαμε καταλήξει σε συμφωνία: μου έδινε 3.000 δραχμές για κάθε κομμάτι. Ο ίδιος ζήτησε να μου δίνει τις 3.000, αλλά να παίρνει τα συγγραφικά μου δικαιώματα από την ΑΕΠΙ. Τελικά όμως υπέκυψε. Γιατί τον πίεζαν, συγχρόνως, ο Πλέσσας και ο Δαλιανίδης που ήταν στενοί συνεργάτες του και τους είχε μεγάλη ανάγκη.
Πήρα το σενάριο, το μελέτησα και συμφωνήσαμε με τον Πλέσσα το τραγούδι να είναι ένα βαρύ ζεϊμπέκικο. Ωστόσο ο Πλέσσας είχε πλήρη θεωρητική κατάρτιση για όλα, δεν είχε όμως παραστάσεις από μπουζουξίδικα ούτε και μυρωδιές και ατμόσφαιρα από τέτοια μαγαζιά. Γι’ αυτό πήρα να τον πάω σε σκυλάδικα, κάνοντας αρχή από το Σου Μου που βρισκόταν κάτω από το ποτάμι. Εκεί τραγουδούσαν ο Στράτος Διονυσίου και μια νεαρή τραγουδίστρια, που σειόταν και λυγιόταν, ενώ ο μπουζουξής τη συνόδευε παίζοντας μπουζούκι κάτω από τον αφαλό της, με κολλημένο το όργανο στο σώμα της!
Τον πήγα και σ’ ένα άλλο μαγαζί τον Πλέσσα, κάπου προς την Καλλιθέα. Μικρό μαγαζί, για 200-300 άτομα, με πρωταγωνιστή, μπουζουξή και τραγουδιστή, τον περίφημο Πρόδρομο Τσαουσάκη, που ήταν ο δάσκαλος του μεγάλου Στέλιου Καζαντζίδη. Είχε μεγάλη πλάκα ο Πρόδρομος. Παλιός παλαιστής, με έναν τεράστιο και δυνατό σβέρκο, σου έδινε την εντύπωση ότι θα σε φάει, αλλά είχε ψυχή μικρού παιδιού: στο σπίτι του είχε δέκα κλουβιά με πουλιά και εκατό γλάστρες με υπέροχα λουλούδια! Επιπλέον, είχε και χιούμορ: όποτε πηγαίναμε να τον ακούσουμε, παρέα με τον γνωστό ζωγράφο Γιώργο Βακιρτζή, εμένα με φώναζε με τ’ όνομά μου, ενώ τον Βακιρτζή «μπογιατζή»!
Ηταν αρκετά αυτά τα δύο «μαθήματα» για να μπει ο πανέξυπνος και με μεγάλο ταλέντο Πλέσσας στο πνεύμα. Ετσι, όταν του έδωσα τους στίχους για το «Βρέχει φωτιά στη στράτα μου», ήταν έτοιμος να πετάξει! Γι’ αυτό άλλωστε και έγραψε ένα καθαρόαιμο ζεϊμπέκικο, που σε έναν πρόσφατο διαγωνισμό θεωρήθηκε ως ένα από τα δέκα καλύτερα του περασμένου αιώνα. Ποια άλλα ψηφίστηκαν; Θυμάμαι μόνο πέντε: το «Συννεφιασμένη Κυριακή», το «Νύχτωσε χωρίς φεγγάρι», το «Είμαι αετός χωρίς φτερά», το «Μερτικό μου απ’ τη χαρά» και το «Ζεϊμπέκικο της Ευδοκίας» φυσικά.
Με το που κυκλοφόρησε σε μικρό δισκάκι 45 στροφών το «Βρέχει φωτιά στη στράτα μου», έγινε χαλασμός! Στην οδό Καραγεώργη Σερβίας, απέναντι από το υπουργείο Οικονομικών, υπήρχε ένα καταπληκτικό δισκάδικο, που ανήκε στους αδελφούς Δημήτρη και Ζήνωνα Θεμελή. Ο Κύκλος. Υπήρχε και μια ωραιότατη υπάλληλος, η Μιράντα, που ήξερε από δίσκους και ήταν φίλη όλων των συνθετών και τραγουδιστών. Οι Θεμελήδες, λοιπόν, έλεγαν ότι τέτοιο μεγάλο σουξέ δεν είχε εμφανιστεί ποτέ στα χρόνια που διηύθυναν αυτοί τον Κύκλο.
Σουξέ όμως δεν είχε μόνο ο δίσκος, που οφείλει ασφαλώς πολλά και στην ταινία και στον Κούρκουλο, ο οποίος ήταν ο αξεπέραστος λαϊκός γόης της εποχής. Σουξέ είχε και ο Διονυσίου. Που αμέσως μετά «αναβαθμίστηκε». Εφυγε από το Σου Μου και βρέθηκε στα μεγαλύτερα νυχτερινά κέντρα της παραλίας, που τότε ήταν σε πρώτη ζήτηση και μάζευαν τα χιλιάρικα με φορτηγά.
Αν όμως το «Βρέχει φωτιά» οφείλει την ύπαρξή του στην ταινία του Φώσκολου, ένα άλλο τραγούδι, με ερμηνευτή τον Διονυσίου, γεννήθηκε από το κελί μιας φυλακής. Ημασταν με τη γυναίκα μου και την κόρη μου στην Κρήτη για διακοπές, όταν η γυναίκα μου μού έδειξε ένα συνταρακτικό δημοσίευμα σε κάποιο περιοδικό: μια γυναίκα είχε σκοτώσει τον άντρα της, που την είχε ταπεινώσει βάρβαρα – και εξέτινε ποινή ισόβιων δεσμών.
Ηταν, τότε, υπουργός Δικαιοσύνης ο Γεώργιος – Αλέξανδρος Μαγκάκης. Του ζήτησα την άδεια να πάω στη φυλακή και να κουβεντιάσω με τη φόνισσα. Μου δόθηκε η άδεια, πήγα στο κελί της φυλακής, κουβέντιασα μ’ αυτή τη γυναίκα και από τη συνομιλία μας βγήκε ένα θεατρικό έργο, που έχει τη σφραγίδα της συζύγου μου και τον τίτλο «Εν βρασμώ ψυχής» (παίχτηκε για καιρό στο θέατρο Εντοπία και ξαναπαίχτηκε προ τριετίας στο Δίπυλον). Εγινε όμως και κάτι άλλο σ’ αυτή τη μοιραία συνάντηση: καθώς μιλούσα με τη φόνισσα για τα πάθη της, διάβασα στον τοίχο του κελιού, γραμμένη με μαύρη μπογιά, τη φράση «Ζητώ ακρόαση Θεού και αλλαγή πλανήτη». Επρόκειτο για ένα καταπληκτικό λαϊκό σλόγκαν που το άρπαξα αμέσως και το χρησιμοποίησα για ένα καινούργιο τραγούδι, που τη μουσική του έγραψε ο Χρήστος Νικολόπουλος. Ζεϊμπέκικο κι αυτό, δυνατό, που μπήκε στον δίσκο «Ο Σαλονικιός» και τραγουδιέται ακόμη και σήμερα σε όλα τα λαϊκά πάλκα.
Το «Ζητώ ακρόαση Θεού» το κατάπιε «Ο Σαλονικιός», αλλά και τον «Σαλονικιό» τον κατάπιε ένα άλλο τραγούδι, που βρισκόταν στον ίδιο δίσκο και έχει τίτλο «Με σκότωσε γιατί την αγαπούσα». Αλλά κι αυτό το τραγούδι κουβαλάει τη δική του ιστορία: έχω έναν φίλο που ήταν βαριά ερωτευμένος με μια αθηναία καλλονή. Τη λάτρευε! Και η σχέση τους ήταν υπέροχη. Κάποια μέρα, για λόγους που δεν ξέρω, το ζευγάρι χώρισε και ο φίλος μου ήταν απαρηγόρητος. Ο χωρισμός συνέπεσε με την κυκλοφορία του τραγουδιού «Με σκότωσε γιατί την αγαπούσα» και ο φίλος μου «τρελάθηκε»: πήρε το τραγούδι, το ηχογράφησε σε μια κασέτα δώδεκα φορές και γυρνούσε στους δρόμους με ένα κασετόφωνο, το οποίο έπαιζε και ξανάπαιζε το ίδιο τραγούδι! Που, σημειώνω, ήταν και πάλι του Χρήστου Νικολόπουλου, με τον Στράτο Διονυσίου.
Θα τελειώσω με ένα νανούρισμα που έγραψα για τον γιο μου. Κι αυτό για μια ταινία, στην οποία πρωταγωνιστούσε η Αλίκη Βουγιουκλάκη. Δεν ξέρω τι σημαίνει για τους σημερινούς νέους αυτό το όνομα, αλλά για εμάς, τους παλαιότερους, η Αλίκη ήταν η απόλυτη σταρ του κινηματογράφου. Δεν θυμάμαι τον τίτλο της ταινίας. Θυμάμαι μόνο ότι τη μουσική την είχε γράψει ο Νίκος Μαμαγκάκης.
Ηταν καλοκαίρι. Μου τηλεφώνησε η Βουγιουκλάκη και μου ζήτησε να της γράψω ένα νανούρισμα. «Θέλω να είναι απαλό, τρυφερό, σχεδόν ερωτικό», μου είπε. Και πρόσθεσε: «Ποιος θα ‘λεγες να γράψει τη μουσική;». «Ο Λοΐζος!», απάντησα ακαριαία. «Εντάξει, ο Λοΐζος», συμφώνησε η Αλίκη. «Αλλά το τραγούδι το βιάζομαι».
Σε δύο μέρες έφυγα με την οικογένειά μου για διακοπές στη Σαντορίνη. Είχαμε κλείσει ένα δωμάτιο σ’ ένα ταπεινό ξενοδοχείο, μακριά από τη θάλασσα. Πήγαμε στο ξενοδοχείο, αφού τηλεφώνησα στον Λοΐζο για τη «δουλειά», και την άλλη μέρα το πρωί, με το μυαλό μου κολλημένο στην ανειλημμένη υποχρέωση για το νανούρισμα, κατέβηκα στο ισόγειο, όπου ήταν η τραπεζαρία, για να πιω έναν καφέ και να γράψω.
Στην τραπεζαρία ήταν κόσμος και ντουνιάς. Ολοι έπαιρναν το πρωινό τους, που το αποτελούσαν γάλα, βούτυρο, μέλι και δύο φρυγανιές. Περίμενα για λίγο ν’ αδειάσει κάποιο τραπεζάκι και μόλις άδειασε, όρμησα. Εβγαλα τα χαρτιά μου και τα μολύβια μου και άρχισα να σκέφτομαι τι θα γράψω. Στο μεταξύ, άδειαζαν τα τραπεζάκια το ένα μετά το άλλο και οι πελάτες άφηναν τα πιατάκια με ό,τι απέμεινε από το μέλι που είχαν φάει, όπως και τα φλιτζάνια από το γάλα, για να περάσει κάποιος σερβιτόρος και να τα μαζέψει. Αλλά σ’ αυτό το ξενοδοχείο δεν υπήρχε πάρα μόνο ένας σερβιτόρος, κι αυτός ηλικιωμένος και κουτσός! Ετσι, μέλια και γάλα έμειναν πάνω στα τραπεζάκια και οι μύγες άλλο που δεν ήθελαν!
Πριν προλάβω να πιω δυο γουλιές καφέ και ν’ ανάψω τσιγάρο για να κατέβει η έμπνευση, η τραπεζαρία είχε γεμίσει από μύγες! Ατελείωτα σμήνη έκαναν κάθετες εφορμήσεις στο μέλι, στο γάλα και στα μελωμένα ψίχουλα! Πρέπει να ήταν, υπολόγισα, καμιά εκατοστή μύγες που έπαιρναν λαίμαργα το… πρωινό τους, χωρίς κανείς να τις εμποδίζει! Ο μόνος που τις εμπόδιζε ήμουν εγώ. Γιατί από τη λαιμαργία τους μερικές την έπεφταν και στο δικό μου τραπέζι, ελπίζοντας ότι θα βρουν κάτι παραπανίσιο να φάνε!
Με το μισό μου μυαλό στις μύγες και το άλλο μισό στη Βουγιουκλάκη και στο νανούρισμα που μου είχε παραγγείλει (και το βιαζότανε κιόλας!) προσπαθούσα να γράψω κάνα στίχο, αλλά εις μάτην! Οπότε σκέφτηκα τον Νότη, που κοιμόταν τον αθώο ύπνο του – πρέπει να ήταν 8 χρονών – σ’ έναν όροφο πιο πάνω. Τον σκέφτηκα να φοράει το παντελονάκι του, ένα φανελάκι, ένα καουμπόικο καπέλο και να ‘χει στα χέρια του δυο πιστόλια και να πυροβολεί (είχα βγάλει και μερικές φωτογραφίες με τον καουμπόι γιο μου στην ταράτσα του σπιτιού μας). Και αμέσως άρχισαν να κυλάνε οι στίχοι στο χαρτί, χωρίς να τους ενοχλούν οι μύγες:
«Θα κεντήσω / πάνω στου αλόγου σου τη σέλα / με διαμαντόπετρες σωρό / του φεγγαριού το πηγαινέλα / στο πελαγίσιο το νερό / αγόρι μου να σε χαρώ. / Θα κεντήσω / πάνω στο δίκοπό σου λάζο / της χελιδόνας το φτερό / κι αυτό το βλέμμα το γαλάζο / που δεν χορταίνω να θωρώ / αγόρι μου να σε χαρώ. / Θα κεντήσω / στ’ ασημοπίστολό σου πλάι / της χελιδόνας το φτερό / κι έναν σταυρό να σε φυλάει / τις νύχτες που σε καρτερώ / αγόρι μου να σε χαρώ».
Τελείωσα το τραγούδι, τηλεφώνησα περιχαρής για τους στίχους στον Λοΐζο και στη Βουγιουκλάκη και ο Μάνος, παρά το ότι ήταν πολύ αργός στα γραψίματά του, μελοποίησε το κομμάτι σε δύο μέρες! Επιπλέον, το ενορχήστρωσε, το πρόβαρε στη Βουγιουκλάκη και το γύρισε για την ταινία σε χρόνο μηδέν! Κι έτσι, όλα πήγαν καλά.
Το νανούρισμα κυκλοφόρησε σε δίσκο με τη Βουγιουκλάκη αμέσως μετά την προβολή της ταινίας. Και κατόπιν συμπεριελήφθη στο LP «Θαλασσογραφίες» που βγάλαμε αργότερα με τον Λοΐζο. Ερμηνεύτηκε από τη Μαρίζα Κωχ.